Μετρονόμος…ένα περιοδικό μια ιστορία

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό περιοδικό, που ασχολείται με την Ελληνική μουσική και όχι μόνο. Έκανε την εμφάνισή του το 2001 και πραγματικά έχει κερδίσει τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων εκείνων που ασχολούνται με τα Ελληνικά μουσικά δρώμενα. Κινείται κυρίως στον άξονα παραδοσιακό, ρεμπέτικο, λαϊκό και «έντεχνο» τραγούδι, παρουσιάζοντας όμως κατά καιρούς , πρόσωπα ή θέματα από τη ελληνική κλασική, αλλά και διεθνή μουσική .Όλα αυτά τα χρόνια το περιοδικό δείχνει χαρακτήρα, ήθος και ποιότητα. Το περιοδικό εκδίδεται ανά τρίμηνο, αλλά αυτό δεν ενοχλεί καθόλου τους πιστούς αναγνώστες του . Και μια φορά το χρόνο να κυκλοφορούσε, πάλι την ίδια αποδοχή θα είχε , γιατί πίσω από τις σελίδες του περιοδικού βρίσκονται άνθρωποι που ακολουθούν πιστά ,αρχές και αξίες.
Ο εκδότης του περιοδικού είναι ο Θανάσης Συλιβός και φυσικά του αξίζουν πολλά συγχαρητήρια, καθώς και στους συνεργάτες του. Μου έκαναν εντύπωση μερικές από τις δηλώσεις του και τις παραθέτω παρακάτω .

«Στο σπίτι μας υπήρχαν αρκετά 45άρια και κασέτες με Καζαντζίδη, Γαβαλά, Διονυσίου, Λύδια αλλά και μεγάλοι δίσκοι 33 στροφών του Θεοδωράκη, του Λοΐζου, του Μούτση, του Ξαρχάκου, του Λεοντή … Πέρα από το άκουσμα στο σπίτι, τα τραγούδια αυτά τα ένιωθα πιο κοντά όταν τα άκουγα τραγουδισμένα από το στόμα απλών ανθρώπων σε φιλικά και οικογενειακά γλέντια. Στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, τα καλοκαίρια, βοηθούσα τον πατέρα μου στην οικοδομή και στο τέλος της εβδομάδας μετά τη δουλειά μαζευόμασταν όλοι, στο σπίτι του θείου μου, «για κρασί και μεζέ» όπως έλεγαν. Εκεί το τραγούδι είχε τον κύριο λόγο. Θυμάμαι το “Όλα είναι ένα ψέμα” με μια μικρή αλλαγή που έκαναν στους στίχους: “Τα βάσανα και οι καημοί θα μείνουν στην οικοδομή κι ‘γω θα φύγω μόνος”. Ήταν κάτι σαν ύμνος τους μαζί με το “Σαββατόβραδο” του Θεοδωράκη, το “Λιώνουν τα νιάτα μας” του Λοΐζου και το “Και να αδελφέ μου” του Λεοντή όπου στο στίχο του Ρίτσου “γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ΄ τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο” σήκωναν τα ποτήρια τους».
«Μπορεί να μην υπήρχε η οικονομική άνεση αλλά το πάθος μας ήταν αρκετό ώστε να στηθεί ο “Μετρονόμος” . Τα πρώτα χρόνια έκανα μόνος μου την διανομή. Με μια τσάντα γυρνούσα όλη τη Αθήνα. Σιγά – σιγά ο Μετρονόμος έφτασε και σε όλη την Ελλάδα».
Αρκετός χώρος δίνεται σε αφανείς δημιουργούς, ερμηνευτές και μουσικούς που όμως έχουν αφήσει αξιόλογο έργο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού,
«Όταν ευτελίσεις το cd δίνοντάς το σε εφημερίδες, χάνει την καλλιτεχνική αξία του ως προϊόν και ο κόσμος συνηθίζει στο «τζάμπα». Γι’ αυτό θα κατεβάσει παράνομα και τραγούδια. Αυτό για να γυρίσει πίσω είναι αρκετά δύσκολο. Οι περισσότερο χαμένοι από το παράνομο κατέβασμα των τραγουδιών είναι οι συνθέτες και οι στιχουργοί γιατί οι τραγουδιστές είτε από τα μαγαζιά είτε από τις συναυλίες, αμείβονται και πολλές φορές με μεγάλα ποσά».
«Τα ακούσματά μου έχουν να κάνουν μ’ αυτό που με ευχαριστεί. Και το κέφι και ο χορός χρειάζεται. Δεν μπορώ όμως να τα βάλω όλα στο ίδιο τσουβάλι. Το θέμα του τραγουδιού έχει να κάνει και με μια γενικότερη παιδεία».
«Οι προσωπικές προτιμήσεις πρέπει να μένουν απέξω, όσον αφορά τη γραφή ενός δημοσιογράφου. Οι απόψεις πρέπει να είναι αντικειμενικές. Ορισμένες φορές μια επιείκεια μπορεί να υπάρξει αλλά αυτό που θα πρέπει να πεις, να το πεις. Έτσι βοηθάς και τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Δε μπορείς να γράφεις συνέχεια ωραιολογίες»…
