Φρέσκα

Η «Μαύρη Αφροδίτη»…του Μπωντλαίρ

της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου

 

Τον Μάρτιο του 1842, ένα μήνα πριν γίνει είκοσι ενός ετών, ο νεαρός Σάρλ Μπωντλαίρ, νοίκιασε ένα πολυτελές διαμέρισμά στο νησάκι St Louis στο Παρίσι. Τον επόμενο μήνα πήρε στα χέρια του την κληρονομιά που του άφησε ο πατέρας του, ύψους 100.000 φράγκων. Επιδόθηκε σε μια πολυτελή μποέμικη ζωή σπαταλώντας την αγοράζοντας έργα τέχνης, ακριβά έπιπλα και ρούχα.

Σύντομα αναγκάστηκε να πουλήσει και μια ιδιοκτησία στο Νειγύ, μέρος της κληρονομιάς του. Θορυβημένη η οικογένειά του, προσέλαβε σύμβουλο ο οποίος ανακάλυψε ότι μέσα σε 18 μήνες εξανεμίστηκε το μισό ποσό της κληρονομιάς. Ορίστηκε διαχειριστής που του έδινε επίδομα και κάλυψε μέρος από τα χρέη του. Το επίδομα ήταν αρκετά μεγάλο για να ζήσει κάποιος πλουσιοπάροχα. Όχι όμως ο Μπωντλαίρ! Από εκείνη τη στιγμή και για όλη την υπόλοιπη ζωή του, θα δανειζόταν χρήματα υψηλότοκα και θα παρακαλούσε την μητέρα του για να του καλύψει τα χρέη.

Ένα βράδυ ο καλοντυμένος δανδής Μπωντλαίρ, βρέθηκε σε ένα καμπαρέ στο Σανζ – Ελυζέ όπου είδε στην σκηνή την Jeanne Duval, μια μιγάδα κρεολή, πιθανής καταγωγής από την Αιτή. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά, μαύρα μεγάλα μάτια, σκούρο δέρμα και μεγάλο στήθος, με μια εξωτική ομορφιά λόγω των διαφορετικών φυλετικών χαρακτηριστικών της. Ήταν σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Της έστειλε ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Εκείνο το βράδυ ξεκίνησε μια παθιασμένη, βασανιστική και καταστροφική σχέση που θα διαρκούσε σχεδόν είκοσι χρόνια.

Η Ζαν έγινε η ερωμένη και μούσα του. Ήταν εθισμένη στο όπιο, ελάχιστα μορφωμένη, άπιστη, που δεν είχε να του προσφέρει κάτι άλλο από την ζουμερή και πλούσια σάρκα της. Παρόλα αυτά ασκούσε μεγάλη επιρροή επάνω του και λόγω της δυνατής ερωτικής τους σχέση, ο Μπωντλαίρ δημιούργησε κάποια από τα πιο εμπνευσμένα ποιήματα του.

Όμως εκτός από την έμπνευση, η σχέση του μαζί της ήταν καταστροφική. Το ζευγάρι συνέχισε να σπαταλά χρήματα και να αλλάζει συνεχώς σπίτια για να αποφύγει τους πιστωτές του. Καλούσαν φίλους και κατανάλωναν αλκοόλ και ναρκωτικά (χασίς, όπιο και λάβδανο). Η Ζαν απαιτούσε συνεχώς χρήματα από αυτόν, καυγάδιζαν έντονα και τον απατούσε ακόμα και με φίλους του.

Κάποια στιγμή ο Μπωντλαίρ υποπτεύτηκε ότι εκδιδόταν στους δρόμους του Παρισιού για τα χρήματα. Πάντα όμως τη συγχωρούσε.
Του άρεσε να την τοποθετεί στο φως και να την σκιτσάρει. Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά σκίτσα της, το έκανε προς το τέλος της ζωής του έτσι όπως την θυμόταν όταν την πρωτοσυνάντησε.

Τα ποιήματα της συλλογής “Τα άνθη του κακού” τοποθέτησαν τον Μπωντλαίρ στο Πάνθεον της γαλλικής λογοτεχνίας ανάμεσα στον Μπαλζάκ, τον Φλωμπέρ, τον Προυστ, τον Σταντάλ, τον Καμύ και τον Σάρτρ και επηρέασαν πολλούς συγκερινούς και κατοπινούς λογοτέχνες. Ο Έλιοτ είπε κάποτε σε μια συνέντευξη ότι δεν θα είχε γράψει την «Έρημη χώρα» χωρίς τα «Άνθη του κακού». Και ο Μπωνλαίρ κατά τους κριτικούς του, πιθανόν να μην τα είχε γράψει χωρίς την Ζαν Ντυβάλ, την «Μαύρη Αφροδίτη» όπως την έλεγε…
«…αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο το λέω της μελαγχολίας μνημείο…» *

* Από το σονέτο «Επιγραφή σ’ ένα βιβλίο καταδικασμένο», το οποίο έγραψε ο Μπωντλαίρ ως εισαγωγικό στην τρίτη έκδοση των «Fleurs du mal», το 1868.