Η ιστορία μιας σταφίδας
του Νικόλα Μ. Λέγγα (10 ετών)
Ήταν κάποτε σε έναν αμπελώνα στο Κρυονέρι Κορινθίας, ένα ζουμερό σταφύλι. Το σταφύλι αυτό το πήρε ένας αγρότης και το έβαλε σε ένα μεγάλο πανί στο αλώνι του για να το λιάσει.

Μόλις πέρασαν 15 μέρες και έγινε σταφίδα, το έβαλε σε ένα σακί και το πήγε με το φορτηγάκι του σε ένα μεγάλο εργοστάσιο στην Αρκούδα του Κιάτου.
Οι άνθρωποι εκεί άδειασαν το σακί με την μικρή σταφίδα σε ένα τεράστιο παλετοκιβώτιο. Την επόμενη μέρα οι άνθρωποι του εργοστασίου, το πήραν και το έβαλαν σε ένα μεγάλο θάλαμο μηχανών όπου εκεί άρχισε η μεγάλη διαδικασία.
Πρώτα πήραν την μικρή σταφίδα και την έβαλαν στο διαλεκτήριο, μετά πέρασε από πολλά μηχανήματα, από μια κοφτική όπου της έκοψε το κοτσανάκι της, από κόσκινα, και από ένα πλυντήριο που εκεί πλύθηκε και καθαρίστηκε. Στο τέλος την έβαλαν σε ένα σακούλι και τη έκλεισαν σε ένα χάρτινο κιβώτιο.
Λίγες μέρες αργότερα την πήρε ένα φορτηγό και την πήγε στο λιμάνι του Πειραιά και την έβαλε πάνω σε ένα μεγάλο καράβι. Ταξίδευε μέρες και μέρες, ώσπου ένα πρωί στις 7 π.μ την ξεφόρτωσαν στο λιμάνι του Τρινιδάδ.
Από εκεί, μετά από πολλές περιπέτειες, βρέθηκε σε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στη μέση της πόλης. Εκεί η μικρή σταφίδα βγήκε από το χάρτινο κουτί της και μπήκε σε ένα ωραίο γυάλινο βάζο. Δίπλα της έβλεπε πολλά φιστίκια, καραμέλες μπισκότα και άλλα όμορφα πράγματα. Ξαφνικά μπαίνει μία κυρία που έμενε δίπλα, και ζήτησε από το ζαχαροπλάστη λίγες σταφίδες για να τις βάλει στο γλυκό που θα έφτιαχνε για τα γενέθλια της κόρης της, της Κοκός. Αυτός άνοιξε το γυάλινο βάζο, πήρε την μικρή σταφίδα, και την έδωσε στην κυρία. Στο σπίτι της Κοκός, αφού προστέθηκε και με άλλα υλικά, άρχισε να ζεσταίνεται πολύ. Ύστερα από λίγα λεπτά κατάλαβε ότι ήταν μέσα σε ένα φούρνο. Μόλις το γλυκό ψήθηκε η Κοκό κάλεσε όλους τους φίλους της να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλιά της.
Και τότε η μικρή σταφίδα πήγε στην κοιλιά της Κοκός….