Φρέσκα

Αληθινές Ιστορίες του Μπραχαμίου…7 – Ο Φάρος στη βραχονησίδα

της Αλκυόνης

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή και αφορά ανθρώπους που έχουν ζήσει στο Μπραχάμι. Τα ονόματα και οι χαρακτήρες έχουν παραποιηθεί για ευνόητους λόγους…

Οι ώρες περνούσαν αργά τις χειμωνιάτικες νύχτες λες και σταματούσε ο χρόνος, με τον αέρα να σφυρίζει και τα κύματα να γδέρνουν αλύπητα τα βράχια. Ατελείωτες και δύσκολες ήταν αυτές οι νύχτες, έφερναν όμως τους κατοίκους της έρημης βραχονησίδας πιο κοντά. Κλεισμένοι μέσα από πολύ νωρίς, χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο, έδεναν τις ζωές τους με αόρατα συρματόσκοινα.

Ο Ανέστης ο Φαροφύλακας, η γυναίκα του η Πηγή και τα επτά παιδιά τους ήταν οι μόνοι κάτοικοι. Τα τρία μικρότερα παιδιά είχαν γεννηθεί στο Φάρο, στην ερημιά και στην απομόνωση, μέσα στην αγκαλιά του ουρανού και την αρμύρα της θάλασσας. Απέναντι στο βάθος του ορίζοντα, μόλις και μετά βίας διέκριναν το νησί τους. Τα καλοκαιρινά βράδια με ξαστεριά, ξεχώριζαν τα φώτα της παραλίας και του κάστρου, πάνω στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία.

Δεν ήταν το όνειρο της ζωής του Ανέστη να γίνει φαροφύλακας έτσι χαρούμενος, επικοινωνιακός και με μεγάλη συμμετοχή στην κοινότητα του νησιού που ήταν. Η ανάγκη του επέβαλλε την οικειοθελή αυτή εξορία, για να μην πεινάσει η φαμίλια του, σαν έπεσε από το μουλάρι του στη ρεματιά του Κουρνιά και σακατεύτηκε. Παραλίγο γλίτωσε τη ζωή του, έμεινε όμως με σοβαρή αναπηρία και επειδή οι δουλειές του αγρότη, θέλουν πόδια και χέρια γερά, και αυτός δεν τα είχε πια, δέχτηκε τη δουλειά του φαροφύλακα με ανακούφιση.

Στη βραχονησίδα τα κατσίκια οι κότες και τα κουνέλια βοσκούσαν ελεύθερα το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εκεί που έτρεχε το γλυκό νερό, ανάμεσα στις σχισμές των βράχων. Έτσι ελεύθερα ήταν και τα παιδιά, να χοροπηδάνε, να παίζουν και να πλατσουρίζουν με τα κύματα. Ο Ανέστης τους έφτιαχνε με τα ξύλα που ξέβραζε η θάλασσα διάφορα παιχνίδια. Βαρκούλες, σπιτάκια και σφεντόνες. Η μάνα τους η Πηγή τους μάθαινε παραδοσιακά τραγούδια και στιχάκια, όσα θυμόταν, από τις εθνικές εορτές.

Ήταν ένα μικρό καράβι

που ήταν αταξίδευτο

Κι έκαν’ ένα μακρύ ταξίδι

μέσα στην Μεσόγειο

Και σε πεντέξι εβδομάδες

σωθήκαν όλες οι τροφές

Και τότε ρίξανε τον κλήρο

να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί

Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο

που ήταν αταξίδευτος…  *

Το τραγουδάκι αυτό πολύ τους άρεσε, αν και κανείς δεν γνώριζε τη θλιβερή ιστορία που είχε αυτό το καράβι*. Έφτιαχνε ο καθένας τη δική του, το δικό του όνειρο και έτσι τους έπαιρνε ο ύπνος.

Το μισθό και τις προμήθειες, ιδίως το νερό, έφερναν στο φάρο βάρκες του λιμενικού. Όταν είχε καλό καιρό έρχονταν και ψαροκάικα από τα γύρω νησιά και τους έφερναν τα νέα του κόσμου.

Πρώτο παιδί, ήταν η Μαρίνα, που έμοιαζε πιο πολύ με αγριοκάτσικο. Μαλλιά πολύ σγουρά, σώμα αγορίστικο και δυνατό, βοηθούσε τον Ανέστη στις βαριές δουλειές και τη μάνα της στο μεγάλωμα των παιδιών. Η μοναδική της χαρά ήταν όταν βοηθούσε τον πατέρα της στο ψάρεμα.

Ένα πρωί έφτασε απρόσμενα ο καπετάν Μιλτιάδης με το καΐκι του στη βραχονησίδα. Όλοι έτρεξαν στην μικρή προβλήτα να δούνε τι νέα τους έφερνε. Τα νέα ήταν μέσα σε ένα μακρόστενο φάκελλο που έδωσε στον Ανέστη και έγραφε απ’ έξω Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Το Σεπτέμβρη η Μαρίνα έπρεπε να πάει σχολείο. Είχε αργήσει ήδη δύο χρόνια.

«Τι κάνουμε τώρα Πηγή;» Ρώτησε ο Ανέστης την γυναίκα του. «Πως θα πάει το κορίτσι μονάχο του; Που θα μείνει; Και εσύ πως θα τα βγάλεις πέρα με τόσα παιδιά χωρίς την βοήθειά της;»

Η Πηγή τον κοίταξε και είπε αποφασιστικά: «Θα πάει! Κάποιος θα τη θέλει για ψυχοπαίδι. Όσο για τις δουλειές είναι αρκετή μεγάλη πια η Λαμπρινή, η δευτερότοκη».

Εκείνο το καλοκαίρι πέρασε πολύ γρήγορα. Ήταν το πρώτο θλιμμένο καλοκαίρι της ζωής της Μαρίνας. Που ακούστηκε σχολείο και μάλιστα με το ζόρι, έλεγε στην μητέρα της.

Το σπίτι που βρέθηκε η Μαρίνα δεν έμοιαζε καθόλου με τον φάρο. Είχε περιβόλι με γλάστρες και ράφια γεμάτα βιβλία. Μόνο η δασκάλα, η κυρία Αντιγόνη, δέχτηκε να φιλοξενήσει το κορίτσι. Και όταν της φόρεσε μια μπλε ποδιά με ένα δαντελένιο γιακαδάκι και έδεσε τα αγριόμαλλά της σε μια χοντρή κοτσίδα, η Μαρίνα δεν αναγνώρισε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Αυτό το άσπρο δαντελένιο γιακαδάκι ήταν τόσο όμορφο, που ένοιωθε σαν βασιλοπούλα και παρηγορήθηκε για την νοσταλγία που ένοιωθε. Της έλειπε η οικογένειά της, η ασφάλεια και η σιγουριά του «πέτρινου καραβιού», κρυμμένου μέσα στη θάλασσα μακριά από κάθε τι εχθρικό και άγνωστο. Όλα αυτά τα καινούργια που είχαν μπει στη ζωή της την τρόμαζαν. Η κυρία Αντιγόνη την πήρε από το χέρι και με σταθερό βήμα την πήγε στο σχολείο. Μια καινούργια ζωή άρχιζε που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τότε που θα την πήγαινε…

Το πως και το τι έγινε από εδώ και πέρα θα το δούμε μια άλλη φορά. Προς το παρόν το ταξίδι αυτό ξεκινά από αυτή την βραχονησίδα στο Αιγαίο και καταλήγει σήμερα στο Μπραχάμι όπου ζει και εργάζεται η Μαρίνα. Το ενδιάμεσο είναι πολύ ενδιαφέρον και ανθρώπινο και θα μας απασχολήσει σε ένα επόμενο επεισόδιο…

Jean-Louis-Théodore Gericault, The Raft of the Medusa, 1818

* το παιδικό αυτό τραγουδάκι αναφέρεται στην σχεδία που κατέβασε το γαλλικό πλοίο Μέδουσα, όταν προσάραξε σε ξέρα κοντά στις ακτές της Αφρικής, με 150 ανθρώπους που προσπάθησαν να διασωθούν. Μετά από 13 μέρες και τα περιστατικά κανιβαλισμού που έγινε για λόγους επιβίωσης, αφού δεν είχαν προμήθειες, επέζησαν μόνο 10 άνθρωποι. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα το 1818.
** ο πίνακας «Η σχεδία της Μέδουσας» φιλοτεχνήθηκε από τον ζωγράφο Jean-Louis-Théodore Gericault ο οποίος μελέτησε την περίπτωση του ναυαγίου και για να έχει ολοκληρωμένη άποψη για τα όσα διαδραματίστηκαν πάνω στη σχεδία, επισκέφτηκε κάποιους από τους επιζώντες στο νοσοκομείο και ζήτησε να δει κάποια από τα πτώματα στο νεκροτομείο.