Πλίνθοι και κέραμοι…13 – Μη μιλάς!
του Χρίστου Σαπρίκη
Μη μιλάς!
Είμαστε τα βιώματά μας. Οι προσωπικές μας ιστορίες, οι ιστορίες της οικογένειάς μας, του μικρόκοσμου που μεγαλώσαμε. Χιλιάδες μικρά κομματάκια ζωής, ψηφίδες καθημερινότητας, χτίζουν σιγά – σιγά τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που μιλάμε, τις αντιδράσεις του σήμερα.

φωτό Αντώνης Σφακιανάκης
Άνοιξη του ‘68, κάτω απ’ το μεγάλο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, να παίζω με τα πράσινα πλαστικά στρατιωτάκια, βλέποντας τα πόδια μαυροφορεμένων γυναικών και ακούγοντας τα κλάματά τους για «Σιγά, σιγά, μη μιλάτε και μας ακούσουν».
Χρόνια τώρα αυτή η εικόνα με στοιχειώνει. Και ένα από τα λίγα πράγματα που με θυμώνει, όσο τίποτε άλλο στη ζωή, είναι όταν ακούω τον άλλον να λέει: «Μη μιλάς!» Όταν θέλει με το ζόρι να πεις και να κάνεις αυτό που ο ίδιος πιστεύει.
Μη μιλάς!
Παλιά το προνόμιο να κουνάνε το δάχτυλο αυστηρά μπροστά σου το είχε μια συγκεκριμένη κατηγορία συμπολιτών μας. Οι εθνικόφρονες.
Σοβαροί, γραβατωμένοι μιλώντας από τις έδρες των δικαστηρίων, τις έδρες των σχολείων, τα σκαλοπατάκια των στρατοπέδων στην πρωινή αναφορά, αλλά και απλοί άνθρωποι. Οι τελευταίοι συνήθως αναλάμβαναν τον πρακτικό συνετισμό. Να διαλύσουν μια συγκέντρωση των Λαμπράκηδων, ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ, να σου ρίξουν ένα χαστούκι στο δρόμο γιατί ήσουν διαφορετικός. Και πάντα με την ίδια δικαιολογία. Εξ ονόματος του έθνους.
Μη μιλάς!
Δεν ξέρω πότε αυτό σιγά σιγά επεκτάθηκε και στην «άλλη πλευρά». Όχι ότι δεν υπήρχε και εκεί παλιότερα, αλλά συνήθως ήταν περιορισμένο στις κομματικές διαδικασίες, στην εξόντωση του εσωκομματικού αντιπάλου, ή στις αψιμαχίες στις φοιτητικές συνελεύσεις.
Σιγά – σιγά όμως το έβλεπες όλο και πιο συχνά γύρω σου να παίρνει σάρκα και οστά και να ονομάζεται «επαναστατικός τσαμπουκάς». Το έβλεπες σε ανθρώπους που τους γνώριζες και μια μικρή «εξουσία» που αποκτούσαν τους μεταμόρφωνε σε τιμητές των πάντων. Σε άλλους, φοβισμένα ανθρωπάκια στην «κανονική ζωή» τους, που άλλαζαν πρόσωπα όταν βρισκόταν πολλοί μαζί, αλλά σταθερά απ’ την πίσω γραμμή ή από τα πληκτρολόγια του εικονικού κόσμου ούρλιαζαν όλο και πιο πολύ.
Τώρα έφτανε να κουνάς αυστηρά το δάχτυλο όχι πια εξ ονόματος του έθνους αλλά εξ ονόματος της παρέας σου, των φίλων σου, των συναδέλφων σου. Πάντα εξ’ ονόματος κάποιων άλλων, ελέω Θεού. Και αν μάλιστα φορούσες και καμιά φορά και μια παλαιστινιακή μαντήλα στο λαιμό τότε το «δικαίωμά σου» αυτό περνούσε σε άλλη διάσταση.
Μη μιλάς!
Και αν μιλάς πρέπει να λες αυτά που θέλω ΕΓΩ. Αλλιώς γίνεσαι ανεπιθύμητος και θα πρέπει να συνετιστείς.