Φρέσκα

Το πρώτο μου…καμάκι!

του Γιώργου Ρούβαλη

 

Γκαρσόν! Δυο καπουτσίνους διπλούς! Κάτσε Γιώργο. Σ’ αρέσει εδώ; Είμαστε μακρυά απ’ τον ήλιο, στη σκιά και φάτσα στο Μπούρτζι, τρομερή θέα, όλος ο κόλπος, η θάλασσα και το νησάκι με το κάστρο. Ο ομφαλός της γης, που λέει κι ο ποιητής της πόλης μας!… Πω, πω, βλέπεις τι περνάει; Τρομερή γυναίκα. Δικιά μας είναι, όχι ξένη. Απ’ τα ρούχα που φοράει. Ψηλή, λεπτή, μέση δαχτυλίδι, μακρύ μαλλί, τρομερό σώμα κι ωραίο προσωπάκι. Μόνο που είναι μελαχρινή κι όχι ξανθιά, σαν τη Φρανσουάζ. Ποια είν’ αυτή; Α, δεν σού ‘χω διηγηθεί ποτέ για το πρώτο μου καμάκι; Μια Γαλλίδα. Ναι, ναι, εδώ στο Ναύπλιο, καλοκαίρι. Άκου λοιπόν.

Είμαστε καλοκαίρι, στην 4η Γυμνασίου. Εγώ καθόμουν στο μαγαζί του θείου μου, εδώδιμα-αποικιακά, πετονιές για τους ψαράδες, σκοινιά για πλοία, κλπ. Στα στενά του Αη-Νικόλα. Το ωράριο ήταν οχτώ με μιάμιση και πέντε με εννέα το βράδυ. Στις δωδεκάμισυ το μεσημέρι με λυπόταν και μ’ έστελνε για μπάνιο με το ποδήλατο. Πήγαινα στις μπανιέρες όπου μαζευόμαστε όλη η παρέα, οι συμμαθητές, οι κυρίες, παιδιά, κορίτσια, αξιωματικοί, όλη η καλή κοινωνία. Τι ωραία που περνούσαμε τότε, δεκαετία του εξήντα, πριν τη Χούντα. Έκανα μακροβούτια, καμιά κουβέντα με κάποιο κορίτσι, ουζάκι με τον καθηγητή μας το Νίκα, πολύ λεβέντης και νέος, τον έκανα συνέχεια παρέα. Στις μιάμιση, όμως, έπρεπε να ‘μαι πίσω στο μαγαζί, κλείναμε και πηγαίναμε για φαΐ στο σπίτι.

 

Ένα απόγευμα, καθόμουν έξω απ’ το μαγαζί και χάζευα την κίνηση στο δρόμο. Τότε είχε αρχίσει η κίνηση με τους τουρίστες στο Ναύπλιο. Ένα γκρουπ από πέντε-έξη κορίτσια, τουρίστριες, πέρναγε και ξαναπέρναγε. Κάτι ρώτησαν, πότε κλείνουμε. Στις οχτώμισυ τους λέω. Θέλεις, μου λένε, να πάμε για καφέ άμα κλείσετε; Βεβαίως λέω εγώ. Θα περάσουμε να σε πάρουμε. Στις οχτώμισυ δεν ήρθαν όλοι, παρά μια, η πιο ωραία. Μακριά μαλλιά, ξανθιά, γαλανομάτα, ψηλή, λεπτή, πολύ ωραίο σώμα, Γαλλίδα. Μιλάγαμε σπαστά αγγλικά, γιατί εγώ δεν ήξερα γαλλικά κι αυτηνής τα αγγλικά της ήταν πολύ λίγα. Την έλεγαν Φρανσουάζ. Χαίρω πολύ, Χάρης, λέω εγώ. Εσείς οι συμμαθητές με λέγατε Μαρτσέλο γιατί εσύ υποστήριζες ότι έμοιαζα με το Μαστρογιάννι. Με τα αγγλικά μου λοιπόν του Γυμνασίου, που μας μάθαινε ο Ορφανίδης, τον θυμάσαι τον Ορφανίδη, άλλος ωραίος τύπος, ξανθός, κοκκινομούρης, μ’ ένα πράσινο σκούρο κουστούμι, πολύ καλός καθηγητής, να προσπαθώ να συνεννοηθώ εγώ. Πού πήγαμε; Ε, παραλία, στα καφενεία, φάγαμε ένα γλυκό και μετά η κοπέλα ήθελε βόλτα στην Αρβανιτιά

Ήταν ένα γκρουπ από ένα γαλλικό σχολείο, μου φαίνεται απ’ τη Λυών, τελειόφοιτοι. Σε λίγο θα σπούδαζαν διάφορα πράγματα, η δικιά μου ιστορία και τους πήγαν μια εκδρομή στην Ελλάδα να γνωρίσουν την ιστορία της. Έμενε στο Ξενία, πάνω στο βράχο της Ακροναυπλίας και από πάνω είχε δει το δρομάκι που τριγυρίζει το βράχο απ’ την παραλία και φτάνει στην πλαζ της Αρβανιτιάς. Αυτός ο περίπατος για μας ήταν ιδανικό μέρος ξεμοναχιάσματος, τη νύχτα, χωρίς φωτισμό, με τα’ αστέρια από πάνω και τη θάλασσα δίπλα μας. Φτάνουμε λοιπόν στο φανάρι, κάτω απ’ την Παναγίτσα, την εκκλησούλα στο βράχο και καθόμαστε στα πεζούλια που έχει εκεί. Μου μιλούσε για την οικογένειά της, η μητέρα της δούλευε στο Υπουργείο Πολιτισμού, ο πατέρας δε θυμάμαι κι αυτή επρόκειτο να σπουδάσει Ιστορία της Ευρώπης. Έτσι κάνουμε κι εμείς εδώ στην Ελλάδα όταν κάποιος θέλει να σπουδάσει ιστορία της τέχνης τον στέλνουμε στο Λούβρο! Ε, ναι, αστεία το λέω, τι να ξέραμε εμείς από τέτοια τότε. Τώρα είναι πιο εύκολα, έχεις την ιστορία και το Λούβρο στο πιάτο, στο ίντερνετ! Να δεις ο γιος μου τι βρίσκει, μόνο δεκατεσσάρων είναι…

Τι της έλεγα εγώ; Ε, για το Μπούρτζι και το Παλαμήδι, ότι εκεί έμεναν οι δήμιοι που έκοβαν κεφάλια, ανατρίχιασε το κορίτσι. Δεν ήξερα και πολλά, ήμουν μέτριος μαθητής, με θυμάσαι, με φροντιστήριο απ’ το Δημοτικό, το νου μου τον είχα στο παιχνίδι και στα κορίτσια. Της λέω, δεν έχεις αγοράσει κανένα βιβλίο οδηγό; Ναι μου λέει, έχω πάρει. Τότε γιατί με ρωτάς;!… Ήθελα να τ’ αποφύγω, γιατί εγώ βέβαια είχα το νου μου αλλού, πως θα την αποκεφάλιζα διαφορετικά !…

Σιγά-σιγά την αγκαλιάζω, καθόταν. Μετά της δίνω ένα φιλί, ανταπέδωσε, εντάξει. Η κοπέλα δεν φαινόταν πολύ έμπειρη, έψαχνε κι αυτή. Εντάξει, εγώ είχα βγει με διάφορες άλλες και είχα και μόνιμη. Τι κάναμε μαζί τους; Ε, αφού τα θυμάσαι κι εσύ, συνομήλικοι είμαστε. Τότε δεν ολοκληρώναμε το θέμα, απλώς στα προκαταρκτικά. Η ολοκλήρωση ήταν ως επί το πλείστον σελφ-σέρβις, χειροκίνητο! Αυτό που λέγαμε χειρογλύκανο! Γιατί τότε στην επαρχία είμαστε πολύ αυστηρά, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις οχτώ, το χειμώνα, κλπ. Εγώ τις πήγαινα στην Αρβανιτιά, σε έρημα μέρη προς τη Γλυκειά ας πούμε, προς την Ευαγγελίστρια, σε έρημα, σκοτεινά μέρη. Καθόμαστε στο Μεγάλο Δρόμο, τρώγαμε το γλυκό μας στου Λάμπρου, μετά στου Πουλή, στο Πάρκο του Κολοκοτρώνη, στο περίπτερο του Μανιταρά που είχε εκείνο το ωραίο παγωτό και τα κανταΐφια και φεύγαμε ο καθένας χωριστά και συναντιόμαστε πιο πέρα, στον Αη-Γιάννη, στα δέντρα ή στην Αρβανιτιά, στο δρόμο προς τη Μυτίτσα, πάντα με το φόβο μη μας δει κάποιος αναπλιώτης που έκανε βόλτα. Όλα αυτά το καλοκαίρι. Το χειμώνα νύχτωνε νωρίς. Πηγαίναμε σινεμά, στην Αίγλη του Χουντάλα ή στο Τριανόν του Πανόπουλου και κάναμε αρπαχτές εκεί κοντά. Αν είχαμε πάει στο Χουντάλα, στη Σιδηράς Μεραρχίας, πίσω απ’ το Σταθμό, στο σπίτι του Καρούζου, στο παρκάκι, κλπ. Κάναμε αρπαχτές, φιλιά και πασπατέματα, δεν προλάβαινες να κάνεις τίποτ’ άλλο. Την πετάγαμε έξω κι οι πιο πολλές προγκάγανε και κάνανε ότι δεν καταλαβαίνουν, ντρεπόντουσαν. Ελεγαν, σε παρακαλώ, δεν είναι σωστό και τέτοια. Ορισμένες, όμως, έβαζαν χέρι και επεξεργάζονταν το εργαλείο, όπως ο Σλήμαν βρήκε τους Λέοντες των Μυκηνών, αυτές πιάνανε το λιονταράκι! Κυρίως όμως τελείωνες γρήγορα, λόγω ηλικίας, δεν ήθελες και πολύ.

Τότε όλοι οι νέοι δουλεύανε μ’ αυτό το στυλ. Μερικοί απ’ τους συμμαθητές, που ήταν από χωριά και νοίκιαζαν δωμάτια στην πόλη, τα κρατούσαν το καλοκαίρι και μπορούσαν να πάνε κάποια γκόμενα. Ο Νίκας, ας πούμε, ο καθηγητής, είχε ένα δωμάτιο απέναντι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα κι είχε τρεις-τέσσερις αναπλιώτισσες και τις βόλευε. Ήταν μάγκας σου λέω και θυμάσαι τι ωραίο παιδί. Η πλάκα είναι ότι ερχόντουσαν, βράδυ, με κάτι μαντήλες μέχρι κάτω, να μη φαίνεται το πρόσωπό τους! Επειδή πήγαινα ταχτικά σπίτι του, ήρθαν ένα απόγευμα δυο κορίτσια, η μια γκόμενα του Νίκα και η φίλη της για κάλυψη. Αυτός μ’ εκείνη μπαίνουν σ’ ένα δωμάτιο, να της δείξει λέει κάτι, κι εμείς μείναμε να περιμένουμε απ’ έξω. Εκεί λοιπόν, δειλά-δειλά εγώ, με τη συζήτηση, δεν θέλαμε και πολύ γιατί ο Νίκας μου είχε πει πριν μπει μέσα ότι με γούσταρε, κι έγινε κανονικά.

Εγώ είχα πάει έξω στη Γλυκειά, στο μπουρδέλο που ήταν δίπλα στο σπίτι του συμμαθητή μας του Καϊκτσή, δυο καλοκαίρια νωρίτερα. Το χειμώνα είμαστε με την κίτρινη σημαία, μόνο μαθήτριες, δια της τριβής!… Το καλοκαίρι όμως…Με πήγε κάποιος πιο μεγάλος πρώτα στο μπουρδέλο και μετά μου άρεσε και πήγαινα μόνος μου… Αυτό με το χαρτζιλίκι του θείου, απ’ το μαγαζί. Μου φαίνεται ότι έδινα δυο εικοσάρικα, από κείνα τα μικρά τ’ ασημένια ή ένα πενηντάρικο. Πήγαινα μόνο κάθε δεκαπέντε γιατί δεν μπορούσα να πηγαίνω πιο ταχτικά, έπρεπε να μαζέψω τα λεφτά και να πάρω ένα σωρό προφυλάξεις. Πάντα με το ποδήλατο, πεζή ήταν μακριά. Α, πήγες κι εσύ στη Μαριάνα εκείνη; Ήταν πολύ καλή, πολύ καλή.

Ξαναγυρνάμε λοιπόν στο φανάρι της Παναγίτσας και φιλάω τη Φρανσουάζ. Αρχίσαμε τα πασπατέματα κι έβαλε το χέρι στο μοχλό και τον τράβηξε μέχρι εξαρθρώσεως!…Πλάκα κάνω. Ήταν πολύ γλυκιά. Πανευτυχής εγώ. Είχε καταπληκτικά στήθη, πολύ σκληρά, ήταν και δεκάξι χρονών, δεν μπορούσαν να ‘ναι μελάτα! Μετά φύγαμε. Αυτή θ ‘φευγε το πρωί για Νότιο Πελοπόννησο, Σπάρτη, Μυστρά. Γυρίσαμε στην Πλατεία Συντάγματος που ήταν οι φίλες της και χωρίσαμε. Δεν πήρα ούτε διεύθυνση ούτε τίποτα από την έξαψή μου. Στην παρέα τους είχε και αγόρια, γάλλους, αλλά αυτής φαίνεται ότι δεν της άρεσαν.

Μετά, είχα κάνα δυο επιτυχίες με Αμερικανίδες, το ίδιο καλοκαίρι. Τις γνώρισα στο Τολό όπου πήγαινα την Κυριακή να κάνω μπάνιο. Το επόμενο καλοκαίρι ανέβηκα στην Αθήνα κι έτσι αυτά μόνο έχω να θυμάμαι. Μου ‘μεινε μια γλυκιά ανάμνηση, γιατί ήταν πολύ γλυκιά κοπελίτσα κι ευγενική.

Από τη Συλλογή «Στ’ Ανάπλι» – Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005