Θου, Κύριε!..Home alone

από τον Ανερμάτιστο
Χελόου ιματζινίστες!
Τί μου κάνετε; Ελπίζω να είστε καλά και να περνάτε πολύ όμορφα!
Με το Νοέμβριο να έρχεται δυναμικά, με τις φουφούδες (sic!) να παίρνουν φωτιά και τις πρώτες ιώσεις να απειλούν την ήδη κλονισμένη υγεία μας (καθότι γερο Μάπετς), θα ήθελα να σας καλωσορίσω για ακόμα μια φορά στην παρέα μας.
Όπως καταλάβατε, λοιπόν, βρισκόμαστε για άλλη μια φορά εδώ, προκειμένου να ασχοληθούμε με τη συνήθεια που έγινε λατρεία. Ήτοι, να μιλήσουμε για τις σπαρταριστές περιπέτειες του Ελληναρά μας, ο οποίος παραμένει σε άψογη φόρμα, δίχως να πτοείται από Κυριακές και αργίες.
Στο σημερινό θέμα, όπως και στα περισσότερα που τον αφορούν, θα παρατηρήσουμε τις ρίζες του προβλήματος να χάνονται στο παρελθόν, γυρίζοντας το χρόνο πίσω, στην αθώα παιδική ηλικία του φίλου μας.
Για να μην σας ταλαιπωρώ όμως, περνάω as soon as possible (κλαπ, κλαπ) στο κυρίως πιάτο.
Η αλήθεια είναι πως, από τα μικράτα του ακόμα, ήταν φανερό πως ο φίλος μας ”δεν τα έπαιρνε τα γράμματα”.
Θα μου πείτε, είναι κακό αυτό; Όχι, βέβαια. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι απαραίτητο να γίνουμε όλοι επιστήμονες σ’ αυτή τη ζήση.
Έλα όμως που οι γονείς του στύλωναν τα ποδάρια, αρνούμενοι πεισματικά να το αποδεχτούν! Όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν, άλλωστε, κάπου βαθιά μέσα τους, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, πίστευαν ακράδαντα πως το χρυσούλι τους αποτελεί τον ανθό της ελληνικής νεολαίας.
Έτσι λοιπόν, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως το μόνο που λείπει από το καμάρι τους, είναι το κίνητρο. Συνεπώς, προσπαθώντας να τον απομακρύνουν από το Pac-Man για να ασχοληθεί με το σχολειό του μια στάλα παραπάνω, είχαν βρει τη συνταγή της επιτυχίας: για κάθε στόχο που θα πετύχαινε το βλαστάρι τους, θα του πρόσφεραν κι από ένα ρεγάλο της επιλογής του.
Προϊόντος του χρόνου λοιπόν, ο ήρωάς μας άρχισε να καταλαβαίνει πώς παίζεται το παιχνίδι, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση προς όφελός του. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα να δοκιμαστεί στο στίβο των Πανελλαδικών, ήξερε πολύ καλά ποιο ήταν το δώρο που θα ζητούσε.

Από τα εφηβικά του χρόνια ακόμα, στο μυαλό του φίλου μας υπήρχε μόνο ένα πράγμα, το οποίο λαχταρούσε π(χ)ιότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο: να αποκτήσει τον δικό του, ανεξάρτητο χώρο, προκειμένου να ξεφύγει από τον διαρκή έλεγχο της οικογένειας, η οποία παρακολουθούσε ως άγρυπνος φρουρός την κάθε του κίνηση.
Έτσι, όταν κατάφερε να εισαχθεί στη σχολή της αρεσκείας του, είχε έρθει η στιγμή να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Εν ολίγοις, καίτοι θα σπούδαζε στη γενέτειρά του, οι περήφανοι γονείς προθυμοποιήθηκαν να νοικιάσουν ένα σπίτι μόνο για την αφεντιά του, τηρώντας την υπόσχεση που είχαν δώσει.
Κάπως έτσι, στο κατώφλι της νέας του ζωής, ο ήρωάς μας έπλεε σε πελάγη ευτυχίας.
Δυστυχώς γι’ αυτόν όμως, δεν είχε συνειδητοποιήσει πως, εφεξής, θα έπρεπε να καλύπτει τις προσωπικές του ανάγκες all by himself (Μεσσηνιακά), πράγμα το οποίο δεν εξυπηρετούσε το ατέρμονο αραλίκι του.
Σε εκείνο το σημείο, ο Ελληναράς μας κατάλαβε πως, αν ήθελε να αποφύγει τη συμβίωση με τρωκτικά και άλλα συμπαθή κατοικίδια, θα έπρεπε να ζητήσει την πολύτιμη συνδρομή της φαμίλιας, πραγματοποιώντας σημαντική έκπτωση στην ”ανεξάρτητη” κοσμοθεωρία του.
Όπως καταλαβαίνετε, η μανούλα απέκτησε και πάλι ενεργό ρόλο στη ζωή του κανακάρη της, με συχνές και αιφνιδιαστικές ”επισκέψεις”, προκειμένου να κρατάει το σπιτικό του σε μία σειρά.
Όλα αυτά, βέβαια, είχαν ημερομηνία λήξης. Συγκεκριμένα, μέχρι τη σωτήρια μέρα όπου κάποια ευειδής κορασίς στραβώθηκε, έπεσε στον έρωτά του και επωμίστηκε το δύσκολο έργο της ”ανατροφής” του φίλου μας.
Έτσι λοιπόν, ο Ελληναράς μας βρήκε το κορόιδο που θα τον φρόντιζε για το υπόλοιπο του βίου του.
Άλλωστε, αυτό δεν έψαχνε από την αρχή;
Φιλιά!