Άνθρωπος στο super market – 11…Η φθηνή σαμπάνια
της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου
Παραμονές Πρωτοχρονιάς. Μπήκε στο σούπερ μάρκετ με αργό βηματισμό, τα χέρια στις τσέπες και μια ελαφριά κάμψη του κορμού μπροστά και δεξιά, λες και είχε σκολίωση. Ήταν μια υιοθετημένη, καλά μελετημένη πόζα. Πίστευε ότι έτσι έδινε την εντύπωση ανθρώπου με χαλαρή διάθεση και πως έκρυβε την εσωτερική του ένταση. Την είχε ξεπατικώσει, παιδί ακόμα, από έναν προπονητή ποδοσφαίρου που ζήλευε, έναν άνθρωπο ταπεινής καταγωγής που κατάφερε να τον γνωρίζει όλος ο κόσμος. Αυτό επιθυμούσε κι ο ίδιος, ταυτιζόταν, κοιμόταν και ξυπνούσε με όνειρα από φίλντισι, αυτά που γυαλίζουν, ξεγελούν και ψεύτικα μηνύματα φέρνουν.

Μα ήταν ένας πολύ θυμωμένος άνθρωπος που διψούσε για επιβολή και εξουσία, ένας άνθρωπος με υπεροψία, αλαζόνας.
Δεν πήρε καρότσι. Δεν ήθελε να αγοράσει και τίποτα, πήγε για να χαζέψει. Το έκανε συχνά, συνήθως το απόγευμα πού δεν ήξερε τί άλλο να κάνει, και γύρναγε στους διαδρόμους του super market, σαν την άδικη κατάρα, χαζεύοντας προϊόντα. Ήταν και γιορτάρα μέρα, πολύς ο κόσμος για ψώνια, όλο και κάποιον θα πετύχαινε μπροστά του να ξεχολωθεί. Γιατί αυτό έκανε, λόγος καλός από τα χείλη του δεν έβγαινε, μόνο φθόνος κρυμμένος πίσω από κάτι μισοκολακείες.
Δεν ήταν που δεν είχε καταφέρει τίποτα στη ζωή του. Είχε αποκτήσει τουλάχιστον χρήματα και εξουσία, μα δεν ήξερε να ζει, και τίποτα δεν του ήταν ποτέ αρκετό. Όταν κοιτιόταν στον καθρέφτη, τα κουρέλια της ψυχής του δεν τον έντυναν ποτέ βασιλιά.
Δεν είχε πραγματικούς φίλους, μόνο συνεργάτες, και ανθρώπους που φρόντιζε να εξαρτώνται απ’ αυτόν. Το σπίτι του δεν τον χώραγε, με την οικογένειά του τα είχε κάνει μπάχαλο. Κακότροπος, φθονερός και κοντός, τόσο σε ύψος, κυρίως όμως σε ανάστημα. Έβλεπε παντού εχθρούς και μήτε που του πέρναγε απ’ το νου πως άλλο πράγμα βλέπει.
Κινήθηκε κατά τα ποτά, τέτοιες μέρες φέρνουν και κάποια εκλεκτότερα για το ρεβεγιόν. Ο νους του πήγε στις σαμπάνιες, γύρεψε να τις βρει. Ήταν καλεσμένος, θα μπορούσε να πάρει μια, μην πάει με άδεια χέρια, να την ανοίξουν την ώρα που αλλάζει ο χρόνος. Moet & Chandon, η φθηνότερη 50 ευρώ. «Σιγά μην τους πάω τέτοια σαμπάνια» σκέφτηκε, «καμιά Cair και πολύ πέφτει στους βλάχους». Cair 8,90 ευρώ, την πήρε και προχώρησε κατά τα ταμεία. Στο διάδρομο με τα λαχανικά έπεσε πάνω στον συνεργάτη που τον είχε καλέσει για το ρεβεγιόν, αγόραζε κάστανα για τη γέμιση της γαλοπούλας. Πήρε το μάτι του μια Moet rose, όρθια στο πίσω μέρος του καροτσιού του. Έκανε 70 ευρώ.
Κατάπιε φαρμάκι από την προσβολή, πέταξε μια δικαιολογία ότι τον είχε στείλει η μάνα του να τις πάρει, πως τις ήθελε για δώρα στη γειτονιά, πως θα τα πούνε από κοντά και πως βιάζεται γιατί έχει κι άλλα ψώνια. Χαιρέτησε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, βηματίζοντας αργά, ενώ έβραζε από θυμό κι έψαχνε τρόπο να πάρει το αίμα του πίσω. Παράτησε την Cair στο ράφι με τα σαμπουάν.
Μετά τα ταμεία ανασυντάχθηκε, το σώμα του πήρε πάλι την ελαφριά κάμψη μπροστά και δεξιά, σαν να είχε σκολίωση. Έχωσε τα ιδρωμένα χέρια του στις τσέπες και βγήκε από την πόρτα, που άνοιξε εγκαίρως.