Φρέσκα

Μέρα που είναι. Η συνέχεια [1]

Χρίστος Σαπρίκης


Γύρισε τον Ιούλιο.[1] Πολύ πιο αδύνατος απ’ όσο έφυγε, πολύ πιο μαυρισμένος. Ανέβηκε τη σκονισμένη ανηφόρα απ’ την πλατεία με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, αυτές που ήταν φτιαγμένες από σκληρό χαρτόνι και ντυμένες με καρό ύφασμα σαν σκωτσέζικη φούστα.

– Γύρισε ο Βασίλης! Φώναξαν οι γυναίκες.

XSAP_20190421143746

Στον τοίχο του σαλονιού κρέμασε έναν περίτεχνο δίσκο με σχέδια φτιαγμένα από άγρια στάχυα και ξύλινο σκάλισμα γύρω γύρω. (Πενήντα χρόνια μετά ακόμα είναι κρεμασμένος στον ίδιο τοίχο.) Τον είχε φτιάξει ένας φίλος του στην εξορία και ήταν το μοναδικό κομμάτι που θύμιζε τη Γυάρο.

Μάζεψαν με τον θείο Λάμπρο τα «παράνομα» βιβλία και τα θάψανε στο χωράφι στο βουνό όπου και τα ‘φαγε σιγά σιγά η υγρασία. Πέντε – έξι, δεν ξέρω γιατί, τα κράτησε καλά κρυμμένα κάτω από τα ρούχα σ’ ένα ντουλάπι. Το «Έγκλημα και τιμωρία», «Το υπόγειο», «Αδύνατη καρδιά» του Ντοστογιέφσκι, μια Πολιτική Οικονομία της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, τη βιογραφία του Λένιν και το «Η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης» του Κώστα Μπίρκα. Το τελευταίο ήταν το πρώτο που ξεφύλλιζα κρυφά αργότερα μεγαλώνοντας και έβλεπα μια άλλη ιστορία, τελείως διαφορετική απ’ αυτή που μας έλεγαν οι δάσκαλοί μας στο σχολείο.

«Ησύχασε». Δε μιλούσε. Δουλειά απ’ τα χαράματα μέχρι αργά το βράδυ στο μπακάλικο και στα χωράφια με τους χωροφύλακες να έρχονται κάθε τόσο στο μαγαζί. Μια για να τον «γράψουν» κι αυτόν και τον θείο γιατί οι άσπρες ποδιές τους είχαν λερωθεί απ’ τον τοματοπελτέ ή γιατί το σακί απ’ το αλεύρι είχε γείρει και είχε λερώσει το πάτωμα, μια για να γίνει «εθελοντικά» συνδρομητής στην «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», μια για να ελέγξουν αν είναι η σημαία σηκωμένη στας εθνικάς εορτάς, μια για να τον «καλέσουν» στο τμήμα και να μιλήσουν γιατί κάτι έμαθαν γι’ αυτόν.

XSAP_20190422153330

Eugen Taru, Rumania

Και τα βράδια οι ψίθυροι με τη μαμά.

– Θα μάθετε Αγγλικά. Θα σας φέρουμε δάσκαλο εδώ.
Αγγλικά στο χωριό το ’70 ήταν απίθανο και ιδιαίτερο μάθημα ακόμα πιο απίθανο. Άσε που εμείς δε θέλαμε να μάθουμε Αγγλικά. Θέλαμε να παίζουμε όλη μέρα. Τι τους έπιασε;

Κι αρχίσαμε Αγγλικά με τον κύριο Γιώργο να μας επαναλαμβάνει ατέλειωτες λέξεις και προτάσεις κι εγώ με τον Ηλία να γράφουμε και να γεμίζουμε τετράδια, I am – You are – He/She/It is, αλλά με το μυαλό μόνιμα έξω στις φωνές των συμμαθητών μας που παίζανε.

Και τα βράδια οι ψίθυροι με τη μαμά:

– Τα παιδιά δε θέλουν. Δε τα βλέπεις;
– Ο Γιώργος έχει κάνει περισσότερο απ’ όλους εξορία. Έχει οικογένεια, είναι στα δύσκολα. Πρέπει να βοηθήσουμε. Θα κάνουν μάθημα θέλουν δε θέλουν. Κι όταν τα πράγματα ηρεμήσουν ας σταματήσουν.

Έτσι μεγάλωνα σ’ έναν κόσμο περίεργο. Σ’ έναν κόσμο χωρισμένο στα δυο. Εμείς και οι άλλοι. Οι «σιωπηλοί» και οι «κανονικοί». Με τα ραδιόφωνα του χωριού να παίζουν δημοτικά τραγούδια και εμβατήρια στη διαπασών και τον παππού να ακούει τα βράδια σιγανά στο δικό του ραδιόφωνο έναν περίεργο σταθμό που δεν είχε δημοτικά τραγούδια ούτε τον ύμνο της χούντας, αλλά ξεκινούσε με μια γυναικεία φωνή που έλεγε «Εδώ Μόσχα! Συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας». Με τους γενειοφόρους αντάρτες με τα σταυρωτά φυσεκλίκια απ’ τα κρυμμένα παράνομα βιβλία και τους Μεγαλέξανδρους, τους φλεγόμενους φοίνικες με τον στρατιώτη των σχολικών βιβλίων. Με τους χωροφύλακες στο μαγαζί και τους ψιθύρους τα βράδια που προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τη ζωή μας.

XSAP_202105201

Quino, Argentine

– Τι είναι η Χούντα; Τι είναι φασισμός; Με ρωτάνε καμιά φορά οι μεγαλύτεροι μαθητές μου.

– Ο φόβος είναι. Αυτό το αίσθημα που διαλύει σχέσεις. Ο φόβος που σε κάνει να κρύβεις αυτό που είσαι. Που κάνει τους ουτιδανούς να ορίζουν τη ζωή σου με το έτσι θέλω. Δεν πρέπει να το ζήσετε ποτέ.


[1] https://wp.me/p81RL0-gRu