Φρέσκα

Ο Θρόνος της Πόπης.

της Ερατώς Ροδοπούλου

 

              Η Πόπη δεν ήταν ο άνθρωπος που έμπαινε στην καρδιά σου εύκολα. Ο τρόπος που με κοίταξε μπαίνοντας μ’ ένα εξεταστικό, αφ’ υψηλού βλέμμα, η στάση του σώματός της, κάτι απροσδιόριστα απόμακρο και συγκρατημένο, έβαλε αμέσως την απόσταση ανάμεσά μας. Χωρίς εισαγωγές, ξεκούμπωσε τη ζακέτα του γκρίζου ταγιέρ της και κάθισε στην καρέκλα απέναντί μου.

             Έστρωσα τα χαρτιά και άρχισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ήταν παντρεμένη, ο γάμος της φαινόταν καλός, ο σύζυγος έδειχνε έντονη την παρουσία του. Όμως, παρά το ενδιαφέρον του συζύγου της, η δική της προσοχή ήταν στραμμένη σε έναν άλλο άντρα, αυτός μετρούσε γι αυτήν.

            «Μπορείτε να μου πείτε περισσότερα γι’ αυτόν τον άλλο;» με ρώτησε.

            «Είναι αυτό που εγώ ονομάζω ‘λίγος’», της απάντησα, αφού μελέτησα τα χαρτιά του.

            «Από πού βγάζετε αυτό το συμπέρασμα;», θέλησε να μάθει, αφήνοντας να διαφανεί η καχυποψία.

            «Να σας εξηγήσω», ετοιμάστηκα να της κάνω μάθημα. «Όπως βλέπετε, κοντά στην κεντρική φιγούρα δεν υπάρχουν άλλες φιγούρες, δηλαδή άτομα, που θα σήμαιναν κοινωνική ζωή, σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Τα πολλά μπαστούνια  που συγκεντρώνονται πολύ κοντά στη σκέψη του δηλώνουν πως είναι τύπος μελαγχολικός. Το φύλλο που πέφτει ακριβώς δίπλα του δηλώνει ακινησία, περιχαράκωμα. Ενδεχομένως, δεν παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, δεν κάνει αλλαγές. Συγκριτικά με τον άντρα σας είναι πολύ κατώτερος».  

            «Θα με πάρετε για τρελή, αλλά δεν μπορώ να εξηγήσω αυτό που συμβαίνει. Ίσως δυστυχώ χωρίς να υπάρχει λόγος», με κοίταξε ταραγμένη

            Τελικά, όλοι έχουν ανάγκη κάποιον για να ανοίξουν την καρδιά τους. ‘Άλλοι έχουν φίλους, άλλοι πηγαίνουν σε ψυχαναλυτή. Η Πόπη ήταν τόσο επιφυλακτική, που δεν είχε κανένα. Ήταν απορίας άξιον, για να χρησιμοποιήσω την έκφρασή της, το γιατί διάλεξε εμένα. Μάλλον ήρθε γιατί ήταν η κατάλληλη στιγμή.

            «Με τον άντρα μου είμαστε μαζί πολλά χρόνια», ξεκίνησε την ιστορία της. «Γνωριστήκαμε όταν  ήμουν ακόμα μαθήτρια. Εκείνος ήταν ήδη φοιτητής στη Νομική. Συναντηθήκαμε σε ένα φιλικό σπίτι στις διακοπές, πριν ξεκινήσω την τελευταία τάξη του σχολείου. ‘Ήταν τότε τα πάρτι πολύ στη μόδα.  

            Η παρέα αποτελείτο από άτομα που συναντιόμασταν όταν παραθερίζαμε στα εξοχικά μας σπίτια. Πηγαίναμε μαζί για μπάνιο, χορεύαμε, κάναμε ανοησίες. Μερικοί με είχαν πλησιάσει για να γίνουμε κάτι παραπάνω από φίλοι αλλά δεν το αποφάσιζα. Οι περισσότερες γνωστές μου είχαν ήδη το πρώτο τους φλερτ. Τις άκουγα που μιλούσαν για τους καλούς τους, αλλά εγώ δεν είχα ακόμα ενδιαφερθεί για το θέμα. Η προετοιμασία που έκανα για να περάσω στο Πανεπιστήμιο καθώς και δύο ξένες γλώσσες μου απορροφούσαν τον περισσότερο χρόνο.

            Εκείνη τη χρονιά, οι φίλοι μου προσκάλεσαν τον Πέτρο να περάσει μαζί τους μερικές μέρες. Αμέσως κατάλαβα πως ήταν διαφορετικός από τα άλλα αγόρια της παρέας. Ήταν σοβαρός, μετρημένος. Απέφευγε τις πλάκες που λάτρευαν οι άλλοι, χωρίς να τους σχολιάζει. Μου άρεσε. Προσπάθησα να τον πλησιάσω, να μιλήσω μαζί του. Πηγαίναμε στις ντίσκο και αντί να χορέψουμε καθόμασταν παράμερα και τα λέγαμε. Μας σήκωναν οι άλλοι με το ζόρι. Χόρευε πολύ όμορφα. Έβαζε τα χέρια του στη μέση μου και οδηγούσε το σώμα μου, χωρίς να κάνει κινήσεις »ύποπτες», κύριος σε όλα.

            Γοητεύτηκα από την σιγουριά του, την εξυπνάδα του, τις φιλοδοξίες του. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε. Πρόσεξα επίσης ότι οι φίλοι του τον θαύμαζαν και του το έδειχναν. Όλα αυτά τον έκαναν να ξεχωρίζει. Γρήγορα κατάλαβα πως ήταν αυτός που έψαχνα. Πέρασα στην επίθεση. Στον επόμενο χορό τον κράτησα λίγο πιο σφιχτά, ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του. Δεν τραβήχτηκε. Του έδειξα όσο πιο διακριτικά μπορούσα το ενδιαφέρον μου. Μετά από λίγες ημέρες μου ζήτησε να κάνουμε σχέση. Είπα αμέσως το ναι.

            Βρισκόμασταν τακτικά, πηγαίναμε σινεμά, σε καμία καφετέρια, άντε και στο θέατρο.  Μου άρεσε που ήταν το αγόρι μου. Άρχισα να ελπίζω πως ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον παντρευόμασταν, εκτός από το ότι μου άρεσε, ήταν ένας πολύ καλός γαμπρός. Το όφειλα στους δικούς μου. Ο καθένας βλέπεις έχει τα μυστικά του, τις ηθικές του υποχρεώσεις.  

            ‘Όλοι οι άντρες στην οικογένειά μου ήταν έμποροι, είχαν δημιουργήσει μεγάλη περιουσία. Ο πατέρας μου ήταν ο μικρότερος από τα αδέλφια. Μεγάλωσα με μεγάλη άνεση σ’ ένα όμορφο σπίτι, χτισμένο μέσα σ’ ένα τεράστιο οικόπεδο. Η ζωή μας κυλούσε καλά μέχρι που ο μεγάλος αδελφός του πατέρα ξαναπαντρεύτηκε μετά από μακρόχρονη χηρεία. Η καινούργια θεία ήταν κατά πολύ νεότερη και ο θείος ξόδευε αφειδώς, δεν της χαλούσε χατίρι. Τότε ο πατέρας, ετεροχρονισμένα, εκδήλωσε την ζήλια του. Μπορεί να έφταιγε και η μάνα μου που, μετά από τόσα χρόνια άνετης αλλά συντηρητικής ζωής, άρχισε να ανταγωνίζεται τη συννυφάδα της. Ξεκίνησε ένας αγώνας σπατάλης, ποιος θα αγοράσει το καλύτερο, ποιος θα ξοδέψει περισσότερα. Μαζί άρχισε και η αντίστροφη μέτρηση. Το οικόπεδο όπου ήταν χτισμένο το σπίτι μας πουλήθηκε και στο τέλος φτάσαμε να δώσουμε και το ίδιο το σπίτι, αντιπαροχή. Κρατήσαμε τον έναν όροφο της πολυκατοικίας και ένα μαγαζί, που μας επέτρεπαν να ζούμε αξιοπρεπώς.

            Συνειδητοποιώντας ο πατέρας κάποια στιγμή τι είχε κάνει, έπαθε μελαγχολία, δήλωσε χρεοκοπία και παρέμεινε στο σπίτι να ζει με την ελάχιστη σύνταξή του και το εισόδημα από το μαγαζί. Η μητέρα ποτέ δεν αποδέχτηκε τα γεγονότα. Φερόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Προσποιούταν ότι περνούσαμε μια «προσωρινή δυσκολία». Στράφηκε σε εμένα που ήμουν πιο μικρή, ανύποπτη και ανυπεράσπιστη. Εκείνη ήταν η μεγάλη κυρία και εγώ η μικρή πριγκίπισσα. Με μεγάλωσε με το όνειρό της ή μάλλον τη φαντασίωσή της, πως είμαι μοναδική, ξεχωριστή».

            «Αυτό δεν είναι κακό. Είναι σημαντικό να πιστεύεις στον εαυτό σου», τόλμησα να πω, θέλοντας να μαλακώσω την κατάσταση.

            «Αρκεί να μην χάνεις την επαφή σου με την πραγματικότητα», είπε ξερά η Πόπη.

            «Τελικά, η σχέση μου με τον Πέτρο κράτησε. Όταν τελειώσαμε τις σπουδές μας,  παντρευτήκαμε και πήγαμε να κάνουμε μαζί μεταπτυχιακά στο Λονδίνο. Μέναμε μόνοι για πρώτη φορά, ο άντρας μου κι εγώ. Ήμουν μια ευτυχισμένη παντρεμένη γυναίκα.  Προσπάθησα να γίνω η καλύτερη μαγείρισσα, η άψογη νοικοκυρά, η τέλεια οικοδέσποινα. Εκείνος με επαινούσε σε όλα».

            «Δεν βλέπω κάτι κακό μέχρι στιγμής», σχολίασα.

            «Θα ήταν καλύτερα να μην με βοηθούσε. Είτε ανακατευόταν στην κουζίνα, είτε έκανε μια εργασία, ήταν εξαιρετικός. Όταν ερχόταν φίλοι στο σπίτι μονοπωλούσε την παρέα με τις γνώσεις του. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μπορεί να ξέρει. Είναι ικανός στα πάντα. Ακόμα και το θέμα της διατριβής μου, τα βιβλία που χρειαζόμουν, αυτός τα επέλεξε. Δεν έχει το παραμικρό ψεγάδι. Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να γίνομαι κακιά, αδιόρατα ειρωνική, υπονόμευα αυτά που έκανε».

            « Να υποθέσω ότι εσύ αισθανόσουν βλάκας», μου ξέφυγε. 

            «Πες μου, έχει λογική να ζω με τον ιδανικό άντρα και να νιώθω θυμωμένη;»

            Είχε δίκιο, την καταλάβαινα.   Είναι δύσκολο να ζεις με κάποιον που δείχνει τόσο ικανός και ασφαλής. Αμέσως σου στερεί το δικαίωμα να είσαι εσύ ανασφαλής, σε βάζει σε μειονεκτική θέση. Κατά τη γνώμη μου, βέβαια, δεν υπάρχουν απόλυτα ασφαλείς άνθρωποι, απλά μερικοί ξέρουν να κρύβουν τους φόβους τους καλύτερα από άλλους. Ο άντρας της δεν έδειχνε να έχει σε κάτι ανάγκη υποστήριξης κι εκείνη αισθανόταν πως δεν τη χρειαζόταν. Ταυτόχρονα, με το να της παρέχει διαρκώς βοήθεια, την έβαζε στο ρόλο του ανάπηρου.  

            «Κύλησε ο χρόνος, γυρίσαμε στην Ελλάδα, ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε. Οι σχέσεις μας συνεχίζονταν στο ίδιο μοτίβο, εκείνος ήταν ο κύριος Τέλειος και εγώ η κυρία Θυμωμένη. Και τότε, από το πουθενά, εμφανίστηκε ο Άλκης, που δεν είχε την παραμικρή ομοιότητα με τον Πέτρο. Όσο ο ένας είναι άνετος κι ευτυχισμένος, τόσο μαζεμένος και θλιμμένος είναι ο άλλος. Άρχισα να τον προσέχω, κι ένα απογευματάκι που μου πρότεινε να πάμε για καφέ μετά την δουλειά. δεν δίστασα καθόλου. Μετά από αυτό ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις, ξεκίνησαν οι εκμυστηρεύσεις, οι δικές του δηλαδή, γιατί εγώ δεν ήθελα να νομίζει πως είχα προβλήματα.»

            «Δηλαδή, έκανες στον Άλκη ό,τι έκανε ο άντρας σου σ’ εσένα», παρατήρησα. Την είδα να με κοιτάει ενοχλημένη.  «Εάν θέλεις χαδάκια, πες το μου, δεν θα ξανανοίξω το στόμα μου», την πρόλαβα.

            «Ο Άλκης είναι παντρεμένος. Δυστυχεί στο γάμο του εξ αιτίας της καταπιεστικής γυναίκας του που του φέρεται άσχημα και τον υποτιμάει, του τονίζει πως εκείνη έχει τα λεφτά και πως χωρίς εκείνη δεν θα ήταν τίποτα. Έχουν δύο παιδιά που είναι κολλημένα στη μητέρα τους, μην χάσουν τις παροχές. Τον κάνουν να νιώθει ξένος στο ίδιο του το σπίτι.

            Μου έκανε εντύπωση που μου ανοίχτηκε αμέσως, ένιωσα κολακευμένη από την εμπιστοσύνη του κι αποφάσισα να τον βοηθήσω με όλη μου την καρδιά. Οι συναντήσεις μας άρχισαν να πυκνώνουν, βρισκόμασταν και μιλούσαμε. Μου έλεγε τα προβλήματά του κι εγώ τον συμβούλευα. Σιγά – σιγά τα πράγματα προχώρησαν κι ένα βράδυ άρχισε το παιχνίδι στο αυτοκίνητο. Δυστυχώς, τίποτα δεν προέκυψε. Ο Άλκης δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, σε κανένα ύψος, για την ακρίβεια. 

            Κατάστρωσα προσεκτικότερα το σχέδιό μου. Την επόμενη φορά πήραμε το δικό μου αυτοκίνητο, το οποίο με τρόπο πάρκαρα κοντά σε ξενοδοχείο, με σκοπό να τον παρασύρω στα ενδότερα. Όταν ξανάρχισαν τα αγκαλιάσματα, ανεβήκαμε σε ένα δωμάτιο. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε.  Είναι δυνατόν να αισθάνεται τέτοιο πάθος και να μην λειτουργεί; Μπορείς να δεις και να μου πεις αν του έχει κάνει μάγια η γυναίκα του;»

            Με την Πόπη κάναμε κάμποσο καιρό να ξανασυναντηθούμε. Δεν το περίμενα ότι θα ξαναερχόταν καθώς δεν της είχα δώσει τις απαντήσεις που θα ξεκλείδωναν το μυστήριο της ανικανότητας του Άλκη. Ο άντρας της κι εκείνη ήταν  το ίδιο πράγμα, κοινό στοιχείο στους χαρακτήρες τους ήταν η επιθυμία, η ανάγκη να κυριαρχούν. Ο Πέτρος κυριαρχούσε με το να κάνει τα πάντα,  «για το καλό της και για το κοινό καλό». Με τον τρόπο του της υποδείκνυε το κάθε τι, την καθοδηγούσε, οπότε εκείνη ένιωθε πως της ασκούσε εξουσία. Η Πόπη, από την μεριά της, σαν γνήσια κόρη της μητέρας της, πίστευε ότι ήταν μοναδική και με τον τρόπο της ζητούσε από τον άντρα της να κάνει λίγο πίσω για να φανεί ότι σε κάτι ήταν καλύτερη. Είχαν παγιδευτεί και οι δυο τους σε ένα παιχνίδι όπου ήταν θύματα της ίδιας τους της εικόνας.

            Την είδα κουρασμένη, παραμελημένη. Στο στρώσιμο των χαρτιών ένιωσα να με πλημμυρίζει μοναξιά κι απελπισία, ήταν γεμάτη θλίψη. Ο Άλκης δεν είχε κάνει το θαύμα του, αντίθετα μάλιστα, ελλείψει θαύματος είχε πάρει μετάθεση και είχε εξαφανιστεί. Δυστυχώς, όμως, η Πόπη, είχε θεωρήσει υπαίτιο τον άντρα της. Αυτός έφταιγε για τον πόνο της, για την επιλογή της. Σκεφτόταν μάλιστα να του πει για την απιστία της για να τον εκδικηθεί. Η Πόπη ήταν σε απόσταση αναπνοής από το να τινάξει τη ζωή της στον αέρα.

            «Θέλω να τον πονέσω, να τον πληγώσω, να τον δω να κουρελιάζεται», είπε με θυμό.   

            «Πόπη μου, όπως εσύ δεν δείχνεις τα αισθήματά σου, το ίδιο κάνει και ο άντρας σου», της μίλησα ήρεμα. «Φοβόσαστε και οι δύο πως αν δείξετε αδυναμία, η εικόνα σας θα διαλυθεί. Θέλεις να τον πληγώσεις για να δεις αν  πονάει, αν θα καταρρεύσει, τον έχεις ανίκανο για συναισθήματα. Μήπως εσύ του έδειξες τα δικά σου;»

            Άρχισε να κλαίει. Μέσα στα αναφιλητά της μίλησε για τον φόβο να πάρει βοήθεια από κάποιον ειδικό, τις τύψεις που είχε γιατί δεν ένιωθε ελεύθερη να παίξει με το παιδί της. Κάθισα δίπλα της χωρίς να την αγγίζω, όσο να είμαι κοντά της. Καταλάβαινα πως είχε έρθει η ώρα να πάρει τις αποφάσεις της, έπρεπε όμως να τις πάρει μόνη.

            Η Πόπη διατήρησε την επαφή μαζί μου. Με τα πολλά κατάφερα να την πείσω να επισκεφτούν με τον άντρα της κάποιον ειδικό ώστε  να σώσουν τον γάμο τους. Σήμερα νιώθουν και οι δυο πολύ πιο χαλαροί, μπορούν να δείχνουν τα συναισθήματά τους δίχως να φοβούνται. Πολλές φορές της χώνομαι και με λέει κακιά κι εγώ δεν της χαρίζομαι και τη  φωνάζω ψώνιο. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι γελάει με αυτό!