«Lacta»
του Λευτέρη Κάρκα
Από μέρες μου ‘χε ζητήσει να πάμε να φροντίσουμε λίγο το μνήμα της γιαγιάς της. Είχαμε καιρό να την επισκεφθούμε και δεν μπορούσα ν ‘αρνηθώ, ήξερα πόσο την αγαπούσε, «Αυτή με μεγάλωσε» μου ‘λεγε συχνά. Το απόγευμα που σχόλασα πήγαμε κι αγοράσαμε γλαστράκια, λάδι, λουμίνια, όλα τα πράγματα, είχαμε ώρα μπροστά μας, η μέρα είχε ανοίξει νύχτωνε αργά πια. Στην είσοδο του νεκροταφείου η γνωστή ζητιάνα: «Συχώρια, συχώρια» επαναλάμβανε, εμένα δε μου ζήτησε, με ήξερε από την αγορά, δεν της έδινα σχεδόν ποτέ. Σήμερα μαζί της σέρνει κι ένα γυφτάκι, μάλλον εγγόνι της. Επαναλάμβανε κι’ αυτό σαν από κασέτα: Συχώρια, συχώρια, συχώρια. «Άνοιξαν οι δουλειές» σκέφτηκα.
Ευτυχώς δεν έχει κηδεία σήμερα, δεν αντέχουμε τις φωνές και τα κλάματα, ιδίως η Ρούλα έχει γίνει πολύ ευσυγκίνητη μετά απ’ αυτό με την γιαγιά της. Στο κοιμητήριο λιγοστοί επισκέπτες, περιδιαβαίνουμε αργά τα μνήματα, ξεμακραίνει το βουητό της πόλης. «Πήγαινε εσύ στην γιαγιά σου, έρχομαι κι εγώ σε λίγο».
Ψάχνω τον τάφο του παππού μου, ποτέ δεν τον βρίσκω αμέσως, πρέπει να βάλω σημάδια. Θυμάμαι ότι είναι στην άκρη κοντά στην μάντρα. Ψάχνοντας βλέπω τον τάφο του Χρήστου. Σκοτώθηκε πέρσι τέτοιον καιρό. Έχει μια μεγάλη φωτογραφία σε μαρμάρινη κορνίζα, η μάνα του έρχεται κάθε μέρα, πλένει το μνήμα, τα τζαμάκια, ανάβει το καντήλι, ο τάφος του πάντα περιποιημένος με φρέσκα λουλούδια.
Μέσα απ’ το τζαμάκι διακρίνω μια μινιατούρα μηχανής όμοια μ’ αυτή που σκοτώθηκε ο μακαρίτης, έναν φάκελο μισάνοιχτο μ’ ένα γράμμα μέσα, και μια σοκολάτα Lacta. Ζωγραφισμένη επάνω της με μαρκαδόρο μια καρδιά, το χαρτί της κατσαρωμένο από την υγρασία, όμως δεν μοιάζει παλιά η συσκευασία, άραγε έρχεται ακόμα εδώ η Ασημίνα;
Η Ρούλα με φωνάζει, είναι ώρα μόνη της. Κουβαλάω νερό από την βρύση μ’ έναν σιδερένιο κουβά, πλένουμε το μνήμα από το θυμιατήρι βγαίνει χορεύοντας η γλυκιά μυρωδιά του λιβανιού φυσάει ελαφρά, τα τζαμάκια τριγύρω τρίζουν, δουλεύουμε αμίλητοι. Την σιωπή του κοιμητηρίου σκίζει μια κραυγή: «Πουστόπαιδα!».
Βλέπουμε αναταραχή στο βάθος, τέσσερα γυφτάκια τρέχουνε, πηδάνε πάνω από τα μνήματα, ο νεκροθάφτης ξοπίσω τους δεν μπορεί να τα φτάσει, η σκηνή διαρκεί δευτερόλεπτα, τα γυφτάκια καβαλάνε την μάντρα κι εξαφανίζονται, «Αϊ στo διάολο!», λέει ο νεκροθάφτης ξεφυσώντας. Κι έπειτα γυρίζοντας προς το μέρος μας δικαιολογείται: «Μας έχουνε ρημάξει οι κωλόγυφτοι! Κλέβουνε τα θυμιατά, ό,τι χάλκινο υπάρχει και το πουλάνε στα χυτήρια. Δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο. Προχθές ληστέψανε μια γυναίκα και την δείρανε. Πηδάνε την μάντρα και γίνονται καπνός. Ο μαχαλάς τους είναι δίπλα, που να τους πιάσεις. Η αστυνομία λέει δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, δεν έχουμε κόσμο». Κουνάμε το κεφάλι με συγκατάβαση.
Τελειώσαμε τη δουλειά με το μνήμα, «Γεια σου γιαγιάκα μου» ψιθυρίζει η Ρούλα, φεύγουμε.
Θέλω να περάσουμε από τον τάφο του Χρήστου, να της δείξω την σοκολάτα με την καρδιά. Φτάνουμε, κάτι δεν πάει καλά, το τζαμάκι είναι ανοιχτό, ο φάκελος έξω, ένα θυμιατό πεσμένο, λίγα καρβουνάκια σκόρπια στο λευκό μάρμαρο. Κοιτάζω πιο προσεκτικά και δεν βλέπω πουθενά την σοκολάτα.
Πηγή: https://periodikotrypa.wordpress.com/
