Φρέσκα

Αμεντέο Μοντιλιάνι…ωραίος, καταραμένος

γράφει η ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

 

Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι γεννήθηκε το 1884 στο Λιβόρνο της Ιταλίας, τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο, Εβραίων αστών. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεωκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου και τον οικονομικό ξεπεσμό των γονιών του. Η μητέρα του αποφάσισε τότε να συνεισφέρει στον προϋπολογισμό του σπιτιού μεταφράζοντας ποιήματα και παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα. Χάρη στα πνευματικά της ενδιαφέροντα, ο μικρός –πανέμορφος αλλά φιλάσθενος– Αμεντέο γνώρισε από νωρίς τον κόσμο της τέχνης και γοητεύθηκε από αυτόν. Αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Στα 14 του ξεκίνησε καλλιτεχνικές σπουδές του στη γενέτειρά του. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού της Φλωρεντίας και συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στη Βενετία. Έπειτα έκανε ό,τι θα έκανε κάθε νέος φιλόδοξος καλλιτέχνης του καιρού του: έφυγε για το Παρίσι, την αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα της ζωγραφικής.

Η απογοήτευση

Ήταν αισιόδοξος. Ήξερε ότι πολλοί έμποροι τέχνης αναζητούσαν καινούργια ταλέντα. Εγκαταστάθηκε στη Μονμάρτρη, όπου έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής, χάρη στην ευφυΐα και την ομορφιά του. Ο χαϊδεμένος γιος της ιταλικής μπουρζουαζίας σύντομα έγινε άξιος εκπρόσωπος του μποέμικου Παρισιού. Το 1907 συμμετείχε στο φθινοπωρινό σαλόνι του Γκραν Παλέ, που φιλοξενούσε έργα της τότε καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Όμως τα έργα του νεαρού Ιταλού διέφεραν από εκείνα που κέρδιζαν την αναγνώριση στα ταραγμένα προπολεμικά χρόνια – πέρασαν απαρατήρητα κι εκείνος, απογοητευμένος, στράφηκε στη γλυπτική.

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλα άλλαξαν στη γαλλική πρωτεύουσα: μετανάστευση, στράτευση, τραυματισμοί, θάνατοι διέλυσαν τους δεσμούς και το κλίμα καλλιτεχνικής ευφορίας. Ο Μοντιλιάνι δήλωσε εθελοντής ανυπομονώντας να φτάσει στο μέτωπο αλλά απορρίφθηκε για λόγους υγείας. Παρέμενε φιλάσθενος και εξαιρετικά αδύναμος. Άρχισε ξανά να ζωγραφίζει. Όμως η σκόνη από το σμίλευμα του μαρμάρου είχε ήδη βλάψει ανεπανόρθωτα τους πνεύμονές του. Είχε επίσης βυθιστεί στο ποτό και στα ναρκωτικά.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης ατομικής έκθεσής του – που υπήρξε και η μοναδική όσο ζούσε. Οι επισκέπτες σκανδαλίστηκαν από τα γυμνά πορτρέτα και η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση! Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή στο Παρίσι ήταν δύσκολη. Τα τρόφιμα είχαν γίνει δυσεύρετα, το ηλεκτρικό ρεύμα παρεχόταν με δελτίο και οι κάτοικοι ζούσαν με τον φόβο των αεροπορικών επιδρομών.

Ο Μοντιλιάνι, που είχε χωρίσει από την Αγγλίδα ποιήτρια Μπίατρις Χάστινγκς, έκρινε ότι ήταν προτιμότερο να φύγει μαζί με τη νέα αγαπημένη του, τη νεαρή σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν. Εκείνος ήταν 33 ετών κι εκείνη 19. Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ζωγράφισε τους πίνακες που έμελλε να γίνουν οι δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένοι. Και, φυσικά, η Ζαν υπήρχε παντού. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του έφτιαξε 25 πορτρέτα της! Τη ζωγράφιζε ντροπαλή, ντελικάτη, μελαγχολική, χαμένη στις σκέψεις της και πάντα πανέμορφη.

Τραγικό τέλος

Δεν έχει διασωθεί σχεδόν κανένα γραπτό ντοκουμέντο για το χρονικό διάστημα που το ζευγάρι πέρασε στη νότια Γαλλία. Ξέρουμε μόνον ότι το 1918 μετακόμισαν στη Νίκαια. Εκεί, στις 29 Νοεμβρίου, η Ζαν γέννησε την κόρη τους, που πήρε το όνομά της, όχι όμως και το επίθετο του πατέρα της. Ηταν νόθα. Υπάρχει μόνον ένα έγγραφο στο οποίο ο Μοντιλιάνι υπόσχεται να παντρευτεί την Εμπιτέρν. Δεν πρόλαβε…

Ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 1920, στο Παρίσι, από επιπλοκές της φυματίωσης που τον βασάνιζε. Ηταν μόλις 36 ετών. Στην κηδεία του ήταν όλοι, από τον Πικάσο μέχρι τον Κονσταντίν Μπρανκούζι. Οχι όμως και η Ζαν. Είχε αυτοκτονήσει την επομένη του θανάτου του, πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός τους στον πέμπτο όροφο. Ηταν εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

Πηγή; https://www.kathimerini.gr/937248/article/politismos/eikastika/einai-megalos-zwgrafos-o-montiliani

Πηγή εικόνας: valutazionearte.it