Τα…«ελικόπτερα»
Τα «ελικόπτερα» που φτιάξαμε μικροί, μπορεί να ήταν αρσενικά, μπορεί και να’ταν θηλυκά. Κάτι που εμείς οι «κατασκευαστές» τους δεν το μάθαμε ποτέ. Αν και το γένος των «ελικοπτέρων», ήταν το τελευταίο που μας απασχολούσε. Φροντίζαμε μόνο την ποσότητα. Επ’ αυτού εξαργυρώναμε και την ελάχιστη μας χαρά. Μάλιστα, τώρα που το σκέφτομαι, εγώ δεν παρατήρησα καμία διαφορά μεταξύ τους. Να μη σας πω, ότι τα μικρόσωμα «ελικόπτερα» συμπεριφερόντουσαν καλύτερα στο αέρα. Γι’αυτό, όλο φτιάχναμε, και οι τζίτζικες δεν τελείωναν ποτέ…
Ερχόντουσαν κατά χιλιάδες στο χωριό μας, λες και γνώριζαν ότι μόνο εμείς μπορούσαμε να τα μετατρέψουμε σε «ελικόπτερα». Και ήταν απλή η διαδικασία. Ένα κλωναράκι μπηγμένο ελαφρός στο ποπό του κάθε τζίτζικα, και το «ελικοπτεράκι» ήταν έτοιμο. Ύστερα, να σιγουρευτούμε ότι το εμφύτευμα δεν άγγιξε τα «μηχανικά» μέρη του, πορθούσαμε τον τζίτζικα δεμένο με ένα νήμα, σε μια δοκιμαστή πτήση. Αν και το δυνατό τίναγμα των ποδιών του, ήταν η βεβαίωση πως ο τυχεράκιας χαίρει άκρας υγείας. Έτσι κι αυτός έπαιρνε την σειρά, για την επόμενη αγωνιστική πτήση.
Εκείνο το καλοκαίρι που έφτιαξα το πρώτο «ελικόπτερο,» ήμουν εννέα χρονών. Έβγαινα νωρίς από το σπίτι και τριγυρνούσα μοναχός στους ελαιώνες γύρο απ το χωριό. Ο πατέρας μου ποτέ δεν μου είπε να μη βγω νωρίς. Ίσως επειδή αντιλήφτηκε ότι, στην απουσία του ο τσακωμός της μάνας μου με την γιαγιά μου, γινόταν τρικόρυφο. Ποιο παιδί θα μπορούσε να αντέξει τόσο καυγά; Γι’αυτό και όλη την ηλιόλουστη μέρα τριγυρνούσα πιάνοντας τζιτζίκια. Έτσι ξεχνούσα λίγο την πίκρα, που μ’ακολουθούσε και στον ύπνο μου.
Ύστερα, όπως όλα τα παιδιά του χωρίου, μεταμόρφωνα τα τζιτζίκια σε «ελικόπτερα.» Αυτό κράτησε ως που ένα απόγευμα, καθώς επέστρεφα στο σπίτι μου, δεν άκουσα να τσακώνετε κανείς. Επιτέλους, λύθηκαν τα μάγια, είπα άμεσα μου. Μάλιστα, η μάνα μου με δέχτηκε χωρίς να με μαλώσει. «Έλα γιε, σε περιμένω να το γιορτάζουμε.» μου είπε χαρούμενη και έστρωσε να φάμε. Και είχα μια πείνα.
Τελικά εκείνη την ημέρα, οι παππούδες μου μη αντέχοντας άλλο την γκρίνια, αποφάσισαν να μετακομίσουν σε σπίτι συγγενών, που μετανάστευσαν στη Αυστραλία. Και τότε, όλο το χωριό άρχισε να σχολιάζει. «Κρίμα. Τους πέταξαν με ένα κλωνί στο ποπό, σαν να’ναι τζιτζίκια…»
Αρχικά δεν κατάλαβα τι εννοούσαν, και η ψυχή πετάριζε απ’την χαρά. Φανταζόμουν τους παππούδες μου να κόβουν βόλτες στον αέρα, όπως τα καλοζυγισμένα μας «ελικόπτερα». Αργότερα όμως, μυρίστηκα ότι το σχόλιο τους κάτι άλλο υπονοεί. Γι’αυτό αμέσως ρώτησα τον πατέρα μου, εάν οι παππούδες είναι καλά και πράγματι πετούν όπως τα τζίτζικια. «Όχι,» μου απάντησε αδιάθετος. «Δεν πετούν.» Τότε στεναχωρήθηκα και τον παρακάλεσα να τους φέρει πίσω στο σπίτι. Αυτός με κοίταξε λυπημένος και είπε. «Άκου γιε, και εγώ το θέλω, αλλά δεν είναι εύκολο. Οι γέροντες συμπεριφέρονται σαν παιδάκια. Δεν ακούνε εύκολα. Πχ, εσένα, αν σου έλεγα να μη παίξεις άλλο με τζίτζικες, θα με άκουγες; Εγώ κοκάλωσα. Δεν ήθελα να πιστέψω πώς πράγματι ο πατέρας επιθυμούσε να εγκαταλείψω την μοναδική μου διασκέδαση. Το απόλυτο παιδικό παιχνίδι. Αφού τον κοίταξα λίγο στα μάτια, του απάντησα ευθέως. «Ναι, θα υπακούσω.» Το έκανα να καταλάβει ότι για χάρη εκείνου που αγαπάμε, συμβιβαζόμαστε άνευ όρους.
Και όντως ο πατέρας μου πήρε το μήνυμα. Μια εβδομάδα αργότερα, μονάχος του έφερε πίσω στο σπίτι τους παππούδες. Έτσι και εγώ, χωρίς καμία υπενθύμιση, σταμάτησα να φτιάχνω «ελικόπτερα». Και εκείνο το καλοκαίρι πήξαμε από σμήνους τζιτζικιών, που ξαναέφυγαν όπως ήρθαν, ασυναρμολόγητοι, δίχως την περιβόητη ουρά…

ψάχνοντας για τζιτζίκια Judy Watson