Ένα αυτοκίνητο…μια ιστορία – εκ της Α. Γερμανίας προερχόμενο
Wartburg 353
Του VIX
Ο Γιώργος ήταν συνάδελφος. Μυστήριος τύπος, χαβαλές και μερικές φορές σκοτεινός. Ήταν όμως ικανός. Κυκλοφορούσε με ένα Wartburg 353, station wagon. Είναι μερικές φορές που νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα, αλλά τελικά κάνεις λάθος. Έτσι κι εγώ νόμιζα ότι είχα μπει σε χρέπια, μέχρι που μπήκα σε αυτό. Το Wartburg ήταν προϊόν του Ανατολικού Μπλοκ. Δίχρονος κινητήρας 57 ίππων, βαρύ αμάξωμα και σαλόνι μίζερο. Η αίσθηση στο δρόμο ήταν απαίσια. Είναι αυτοκίνητα για ναυτικούς που έχουν συνηθίσει το κούνημα.
Στο πορτ-μπαγκάζ είχε: καλάμι ψαρέματος, μία τσάντα, ένα καρεκλάκι, ημιάρβυλα, και πάρα πολλά κόμικς σε μέγεθος πόκετ. Σε αυτό το αμάξι έμπαινες το πολύ δύο φορές. Την πρώτη φορά την πάταγες σαν κορόιδο. Δεύτερη φορά έμπαινες μόνο όταν υπήρχε ανάγκη. Μετά έπαιρνες ταξί. Θυμάμαι, ότι έπρεπε να πάμε Κηφισιά για δουλειά. Ο ένας συνάδελφος μου είπε να κάτσω μπροστά. Προσφέρθηκε να κάτσει αυτός πίσω. Κάθομαι μπροστά και μένω άναυδος. Τα μπροστινά καθίσματα είχαν σπάσει με τέτοιο τρόπο που γύριζε η πλάτη σου 45 μοίρες. Ήσουν αναγκασμένος εσύ κι ο οδηγός να κοιτάζεστε στα μάτια. Ήταν αδύνατον να κάτσεις σαν άνθρωπος. Έπρεπε να στέκεσαι σαν σε σκαμπό.
Στην κατηφόρα της Κατεχάκη, ο Γιώργος το γκαζώνει. Κοιτάω πίσω και βλέπω ένα άσπρο σύννεφο. Καυσαέρια με σωματίδια λαδιού αιωρούνται στο δρόμο, με την αντίστοιχη μπόχα. Κι ενώ νομίζουμε ότι έχουμε πιάσει 200, μας προσεγγίζει ένας μηχανόβιος με ρελαντί αριστερά μας και μας λέει από το παράθυρο: «Έχεις πάρει φωτιά πίσω».
Φτάσαμε στην Κηφισιά και ξεκινήσαμε δουλειά. Λίγο πριν τελειώσουμε πέρασε και ο Διευθυντής μας από το κατάστημα. Είχε έρθει με το τραίνο από το κέντρο. Μέγα λάθος. Έπρεπε να είχε έρθει με το αυτοκίνητο. Μόλις ολοκληρώσαμε, αποφασίσαμε να πάμε πάλι κέντρο για φαγητό. Ήταν βράδυ καθημερινής. Ανοίγουμε τις πόρτες και καθόμαστε πίσω αυτή τη φορά. Ο Διευθυντής θα κάτσει μπροστά. Μόλις κάθισε κι αυτός και στράβωσε η πλάτη του φώναξε: «Ρε πούστηδες…». Εμείς δεν μπορούσαμε να κρατηθούμε από τα γέλια. Στο δρόμο δεν είχαμε άλλη περιπέτεια. Μέχρι που μπλέξαμε κοντά στο Μοναστηράκι. Η ώρα είναι 10 το βράδυ και δεν έχουμε καταλήξει που θα πάμε. Ο ένας λέει ευθεία, ο άλλος δεξιά και ο τελευταίος αριστερά. Ο Γιώργος έχει παλαβώσει. Τελικά καταλήγουμε σε αδιέξοδο μπροστά στις λαμαρίνες των έργων του μετρό στο Μοναστηράκι. Αυτό ήταν. Ο Γιώργος λέει «παραιτούμαι» βγαίνει από το αμάξι κι εμείς έχουμε ανοίξει τις πόρτες και γελάμε σαν τρελοί, στη θέα των περαστικών.
Τελικά θα ανέβουμε πεζοδρόμιο και θα μπούμε με το αμάξι στην Ηφαίστου. Ευτυχώς ήταν αργά και δεν είχε κόσμο. Στην πλατεία Αβησσυνίας είχε ένα ωραίο μαγαζί, με ιδιαίτερη κουζίνα. Καθίσαμε εκεί κάτω από τους τσίγκους. Μετά άρχισε να βρέχει. Ήταν μια ωραία καλοκαιρινή βροχή. Η βραδιά κύλησε ωραία. Το μαγαζί είχε μουσική. Ένας τύπος με καβουράκι έπαιζε ακορντεόν και μια πολύ όμορφη μποέμ κοπέλα τραγουδούσε, μέσα στη βροχή. Χωρίς καλώδια, χωρίς μικρόφωνα. Το σκηνικό θύμιζε εποχές πριν το πόλεμο. Όλα ήταν ασπρόμαυρα, όπως στις ταινίες. Το Το Wartburg ήταν η μηχανή του χρόνου.
