Ο μεγάλος τορβάς
του Αργύρη Νικολάου
Πού αλλού αν όχι στην τύχη ή σε κάποια πρόνοια που αγνοούσαμε να αποδώσω το γεγονός ότι επιζήσαμε; Αν εξαιρέσω κάποιες στιγμές που χανόμασταν στο παιχνίδι ήμασταν μονίμως ταπεινωμένοι και στερημένοι.
Οι βαθμοί μας στο Γυμνάσιο δεν έλεγαν να πάρουν τα πάνω τους. Μόνο η πείνα μας δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι πίτες και τα τυριά που μας έστελναν οι δικοί μας μια φορά τη βδομάδα με το λεωφορείο από το χωριό τέλειωναν την τρίτη ή την τέταρτη μέρα. Μετά σφίγγαμε το ζωνάρι και την καθορισμένη μέρα βγαίναμε στη στάση για να παραλάβουμε τους τορβάδες.
Στην πείνα πρέπει να αποδοθεί και το γεγονός που ακολουθεί:
Δυο αδέρφια σάστισαν όταν διαπίστωσαν πως αυτή τη φορά ο μεγάλος τορβάς ήταν βαρύτερος από ότι συνήθως. Απέδωσαν το παραπάνω βάρος στο παραπάνω περιεχόμενο. Τον έπιασαν από τη μια μεριά ο ένας κι από την άλλη ο άλλος και πήρανε τον ανήφορο. Κάνοντας υποθέσεις για το περιεχόμενο και με τα σάλια τους να τρέχουν έφτασαν στο σπίτι.
Εκεί τον ανοίξανε με βια. Πάνω πάνω η πετσέτα που έβαζε η μάνα, από κάτω –περίεργο- ένα μεγάλο χαρτί. Το βγάλανε και διαβάσανε: Τούβλα είστε τούβλα θα φάτε. Αναγνώρισαν το γραφικό χαρακτήρα του πατέρα.
Όταν κοιτάχτηκαν ήταν ένας. Σαν ένας, κατόπιν, έπεσαν αμίλητοι -πως αλλιώς- για ύπνο.
