Οι πόρνες της Θεσσαλονίκης … Νο 10 – Ο Πασχάλης του Λεβερκούζεν
της Βιτάλια Ζίμμερ
Ο Χάιντς σταθμεύει έξω από το σπίτι. Η συνοικία είναι σχετικά καλή. Η Σάρα θα βγάλει το δώρο από το χώρο αποσκευών και θα το δώσει στη Λαμπρινή. Θα φορέσει και την τσάντα της τύπου backpack. Η Λαμπρινή με το τσαντάκι της και εγώ με τη μεγάλη τσάντα. Η Λαμπρινή φοράει ένα ωραίο υφασμάτινο παντελόνι, μαύρο πουκάμισο και ένα πολύ ωραίο παλτό. Είναι Απρίλιος αλλά κάνει κρύο ακόμα. Εγώ με τα ρούχα εργασίας. Μπλε ταγιέρ με άσπρο πουκάμισο. Το παλτό είναι μπεζ. Η Σάρα φοράει τζιν παντελόνι με αθλητικό παπούτσι. Το ντύσιμο συμπληρώνει ένα μαύρο λεπτό πουλόβερ σαν ζιβάγκο. Δεν θα φορέσει το πολύ μακρύ μπουφάν. Χτυπάμε το κουδούνι. Η πόρτα ανοίγει. Το σπίτι δεν έχει ασανσέρ. Θα ανέβουμε με τα πόδια μέχρι τον πρώτο όροφο. Στην πόρτα ο Πασχάλης! Θα ορμήσουμε ο ένας στον άλλον και θα φιληθούμε σταυρωτά. Θα αγκαλιαστούμε. Ο Πασχάλης κι εγώ δακρύζουμε. “Τι κάνεις Πασχάλη μου! Επιτέλους σε γνωρίζω. Περίμενα πολύ καιρό αυτή τη στιγμή!” Επικρατεί μία αμηχανία μέχρι να βολευτούμε. Ο Πασχάλης τα έχει χάσει λίγο. “Παρακαλώ κυρίες μου, περάστε στο σαλονάκι μου. Είναι μικρό αλλά χίλιοι καλοί χωράνε!”. Η Λαμπρινή θα δώσει το κουτί. “Κύριε Πασχάλη, αυτό είναι για εσάς.” Ο Πασχάλης τα χάνει παίρνει το κουτί λέει “σας ευχαριστώ πολύ» και κάνει μία υπόκλιση. “Παρακαλώ καθίστε.”
“Να κάνω τις συστάσεις… Η Σάρα είναι η πιο καλή μου φίλη και με συντροφεύει εδώ και πολλά χρόνια σε ότι κάνω. Είναι συνοδοιπόρος. Η Λαμπρινή είναι καλή φίλη από τη Θεσσαλονίκη!” Δεν είπα λεπτομέρειες, δεν χρειάζονται. “Σάρα κι εσύ από Θεσσαλονίκη;” … “Εγώ είμαι από την Αθήνα. Η καταγωγή είναι από τα Ιωάννινα και την Πάτρα”… “Τι να σας προσφέρω; Θα είστε κουρασμένες. Τώρα ήρθατε; Έχω ότι καφέ θέλετε. Εσπρεσσο, καπουτσίνο, γαλλικό και φυσικά ελληνικό.” … “Τρεις ελληνικούς χωρίς ζάχαρη. Θα έρθω να βοηθήσω αν δεν σας πειράζει” είπε η Λαμπρινή. “Παρακαλώ, όμως ας αφήσουμε τον πληθυντικό.” Εντυπωσιάστηκα από την Λαμπρινή. Οι τρόποι της έχουν γίνει εκλεπτυσμένοι. Είναι μία κυρία. Είναι εντυπωσιακή και σε κερδίζει. Καμαρώνω. Σηκώνομαι όρθια και επεξεργάζομαι το χώρο. Το σπίτι είναι πολύ μικρό αλλά είναι τακτοποιημένο. Ο Πασχάλης το έχει γεμίσει με πίνακες και φωτογραφίες της οικογένειας. Ψάχνω τη Βάσω. Πουθενά η Βάσω. Δεν πειράζει. Όλα είναι σε τάξη. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος σκόνης. Έρχονται οι καφέδες. Ο Πασχάλης ξεκινάει. “Η Ασλάνα μας. Η θεία μου η Βάσω μου έγραψε για σένα, όταν πήγες και τη βρήκες. Έλα να σου δείξω κάτι. Πάμε όλοι μαζί.” Θα μας πάει στο δεύτερο υπνοδωμάτιο. Εκεί είναι το γραφειάκι του. Έχει μία βιβλιοθήκη μικρή, έναν υπολογιστή και φυσικά ένα τεράστιο κάδρο με τη Βάσω. “Η θεία μου. Η μόνη που μου στάθηκε όταν πήρα κάποιες αποφάσεις στη ζωή μου”. Επιστρέφουμε στο σαλόνι. Χάρηκα που είδα τη Βάσω σε καλή θέση.
Ο Πασχάλης είναι ένας πολύ όμορφος άντρας. Φοράει ένα τζιν παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο ριχτό. Έχει καλή γραμμή στο σώμα του και φαίνεται ότι αθλείται. Τα μαλλιά του υπάρχουν αλλά μάλλον θα τα χάσει. Η μύτη του έχει σημάδι, άρα φοράει γυαλιά. Τώρα βλέπω ότι φοράει φακούς επαφής. Έχει γλυκό πρόσωπο. Τα χέρια του είναι εκφραστικά. Μιλάει και τα κινεί συνέχεια. Είναι Έλληνας. “Θα φάμε παρέα. Σας έχω υπολογίσει όλους. Ο τέταρτος της παρέας σας που είναι;” … “Είναι ο οδηγός. Είναι κάτω στο αυτοκίνητο. Θα παραμείνει εκεί για να μην φάει κλήση” … “Πώς τον λένε;” … “Χάιντς” …. “Κατεβαίνω να το τακτοποιήσω… Σε δύο λεπτά επιστρέφω…” Ο Πασχάλης θα κατέβει στο δρόμο και θα βοηθήσει τον Χάιντς να βάλει το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Υπάρχει μία θέση ελεύθερη. Ένας γείτονας έχει φύγει για μέρες. Λίγο αργότερα θα ανέβουν και οι δύο μαζί. “Φαντάζομαι πεινάτε. Δεν μπορεί να μην πεινάτε. Κάνατε δρόμο πολύ. Μόνο που το σκέφτομαι πεινάω κι εγώ!” … “Έλα Ασλάνα, να στρώσουμε παρέα!” Ο Πασχάλης είναι τέλειος! Είναι τόσο φιλόξενος και σε κερδίζει αμέσως. Έχει ετοιμάσει αρνί στο φούρνο. Έχει επίσης τυρί φέτα και σαλάτες. Και φυσικά κόκκινο κρασί. Σερβίρουμε οι δυο μας. Καθόμαστε και οι 5 στο τραπέζι της κουζίνας. “Καλώς ορίσατε στο φτωχικό μου! Το σπίτι μου είναι και δικό σας!”
“Πασχάλη μου, σε ευχαριστούμε για την φιλοξενία. Η θεία σου θα ήταν χαρούμενη τώρα. Για αυτό ήρθα. Θέλω δυο χάρες και θα σε βοηθήσω σε ότι χρειαστεί. Θέλω να της γράψεις ένα γράμμα. Δεν της απάντησες ποτέ. Και θέλω αυτό γράμμα να μπει στο κενοτάφιο που θα φτιάξεις στο χωριό της. Πρέπει να επιστρέψει.”
“Ασλάνα μου το ξέρω. Ήμουν αμελής στο θέμα αυτό. Θα το γράψω το γράμμα και θα το ταχυδρομήσω στον πατέρα μου στο χωριό. Θα κάνω όλη τη διαδικασία. Συμφωνώ για το κενοτάφιο αλλά δεν έχω τόσα χρήματα για να το κάνω αυτή τη στιγμή. Αγόρασα αυτό το σπίτι και ίσα που τα βγάζω πέρα. Αν δεν ήμουν και ψάλτης, τα χρήματα δεν θα μου έφταναν”. Το λόγο παίρνει η Λαμπρινή. “Πασχάλη σε συμπάθησα. Είχε δίκιο η Βιτάλια. Ξέρεις, έκανα κι εγώ την ίδια δουλειά με τη θεία σου. Δύο μήνες δούλεψα στην εκκλησία και έβγαλα δύο χιλιάδες ευρώ. Μένω στη Βιτάλια και δεν χρειάστηκε να τα ξοδέψω. Θα στα δώσω εγώ.”
Ο Πασχάλης βούρκωσε. “Πασχάλη, θέλω να δεχτείς το δώρο της Λαμπρινής. Είναι σημαντικό για εκείνην και τη Βάσω. Κλείνουν δύο κύκλοι έτσι. Ένας της Βάσως και ένας της Λαμπρινής.” Ο Πασχάλης φίλησε τα χέρια της Λαμπρινής. Η Λαμπρινή δεν είναι πλέον πόρνη. Είναι μία κυρία που τη σέβονται. Η αντίδραση του Πασχάλη είναι ισχυρότερη από 1000 συνεδρίες σε ψυχολόγο.
Περάσαμε όμορφα. Ήταν ένα πολύ ευχάριστο μεσημέρι. Τον ευχαριστήσαμε για το γεύμα και τη φιλοξενία και μας ξεπροβόδισε μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο. Μας φίλησε όλες και στο τέλος έδωσε μία γερή χειραψία στον Χάιντς. Κλείσαμε τις πόρτες και τον είδα μέσα από το σκούρο τζάμι να δακρύζει…. Όπως κι εγώ. Δακρυσμένη και γεμάτη υπερηφάνεια για την Λαμπρινή φωνάζω: “Heinz! Hannover, nahe dem Hauptbahnhof. Αύριο ξεκινά μία έκθεση κόμικς στο Messe Laatzen. Θα συναντήσουμε μία καλή μου φίλη εκεί!”
