Αγνώστου Πατρός (3)
της Βιτάλια Ζίμμερ
Σχέσεις εμπιστοσύνης
Την άλλη μέρα το πρωί ο Κωνσταντίνος θα φύγει για την εργασία του. Αργότερα θα περάσω από εκεί να τον δω. Θέλω να τον καμαρώσω όπως στη Θεσσαλονίκη. Μου αρέσει να τον βλέπω να εργάζεται. Είναι καλός, πολύ καλός. Είναι δικός μου.
Θα σηκωθώ βαριεστημένα. Είναι καλοκαίρι και οι κινήσεις δύσκολες. Θα κάνω ένα ντους θα βάλω κάτι πρόχειρο και θα φύγω. Φτάνω στην εργασία του με ταξί. Τον ζητάω στην είσοδο. Ο Κωνσταντίνος έχει άδεια. Εκνευρίζομαι. Από χθες που είπα την ανοησία, χωρίς να γνωρίζω πόσο μεγάλη ήταν, συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Οι ευγενικοί υπάλληλοι της εισόδου κάλεσαν ταξί. Προορισμός, το σπίτι της Σάρας. Εκεί μένει η Αντρέα. Μετά από λίγη ώρα φτάνω. Χτυπάω και ανοίγει η Σάρα. Η μαμά της είναι στην εργασία της. Η Αντρέα άφαντη. Κάτι δεν πάει καλά.
Η Σάρα θα κάτσει δίπλα μου. Θα με αγκαλιάσει. Προσπαθεί να με φορτίσει συναισθηματικά. Την αγαπάω, αλλά είναι μικρή. Εγώ είμαι μεγάλη. Είμαι λίγο σνομπ έως αντικοινωνική. Εγώ έχω το θέμα. Όχι η Σάρα. Η Σάρα όμως δεν το καταλαβαίνει. Της το έχουμε πει και συμπεριφέρεται με στοργή. Εγώ είμαι η ανάπηρη. Μοιραία η συζήτηση κατευθύνεται στον μπαμπά της. “Ψάξε όλα τα αντίγραφα των κινήσεων του λογαριασμού από την τράπεζα.” … “Ξέρω που είναι. Περίμενε να στα φέρω.
” Είναι όλα τακτοποιημένα σε ένα κλασέρ. Διαβάζω με λεπτομέρεια της κινήσεις. “ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΟ ΕΜΒΑΣΜΑ Ι.ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ 200.000 GRD” Συνέχεια. Κάθε μήνα την τελευταία εργάσιμη. Κοιτάζω να βρω το κατάστημα. “ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ – ΚΕΝΤΡΙΚΟ”. “Σάρα μου, τα χρήματα έρχονται με έμβασμα από άλλη τράπεζα. Είχα μία ελπίδα ότι γίνονται καταθέσεις από κάποιο κατάστημα για να πάμε να στηθούμε απέξω συγκεκριμένες ημερομηνίες. Ο τύπος αυτός δεν ιχνηλατείται χωρίς βοήθεια από μέσα από την τράπεζα. Λυπάμαι.” …
“Ο Κωνσταντίνος μπορεί να βοηθήσει; Ξέρει από αυτά;” … “Γιατί να τον μπλέξουμε τον άνθρωπο;” … “Μη φοβάσαι. Δεν πρόκειται να στον φάω…” είπε θυμωμένα. “Σε πειράζει που είμαι μαζί του;” … “Δεν θέλω να σε αγγίζει. Νιώθω ότι θα με ξεχάσεις εξαιτίας του.” … “Αν σε ξεχάσω εγώ θα φταίω εγώ. Δεν με ποτίζει μαγικό φίλτρο. Με φιλάει, με χαϊδεύει, μου μιλάει όμορφα και κάνουμε έρωτα. Πάνω από όλα με προσέχει και με καταλαβαίνει.” … “Δεν ξέρω. Δεν μου αρέσει αυτός ο τύπος. Δεν είναι για σένα. “ … “Το τι είναι για μένα άσε να το αποφασίσω εγώ. Θα περίμενα να είσαι χαρούμενη να με βλέπεις ευτυχισμένη. Η Αντρέα ούτε που ενδιαφέρεται με ποιον είμαι. Τι νοιάζει μόνο πώς είμαι.”
Η συζήτηση διακόπτεται από την είσοδο της Αντρέα. Θα κοιταχτούμε στα μάτια. Κάτι έχει κάνει. Είμαι σίγουρη. Δεν θα παραμείνω πολύ. Πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι. Πρέπει να μάθω που πήγε το ταίρι μου. Η Αντρέα θα μου πει ότι θα πάμε μαζί στο σπίτι. “Θέλω να πάμε μαζί. Μου έλειψε ο Κωνσταντίνος.” … Σίγουρα κάτι δεν πάει καλά. Ξανά ταξί και κατευθείαν Χαλάνδρι. Ο Κωνσταντίνος είναι ήδη στο σπίτι. Έχει γυρίσει. Έχει παραγγείλει φαγητό. Κινέζικο. Το περίεργο είναι ότι έχει παραγγείλει και για τους τρεις. Το ήξερε ότι θα πάει εκεί η Αντρέα.
Τρώγοντας έρχεται η όρεξη λέει ο σοφός λαός. Όμως έρχονται και άλλα θέματα. Όπως η συζήτηση για τον πατέρα της Σάρας. Ο Κωνσταντίνος είναι κάθετος. “Το αφήνεις το θέμα.” … “Πώς τολμάς να παρεμβαίνεις σε δική μου υπόθεση;” … Η Αντρέα άστραψε και βρόντηξε. “Σήμερα το πρωί τα είπα λίγο με τον Κωνσταντίνο. Πήρε άδεια και κάναμε μία πολύ ωραία συζήτηση. Μακάρι να είχες τα μυαλά του.” … “Έγινα ρεζίλι σήμερα. Ήρθα στην εργασία σου και μου είπαν ότι είχες άδεια. Αντρέα, γιατί τον ενέπλεξες;” Η Αντρέα συνεχίζει να πυροβολεί. “Η Σάρα είναι δική μου υπόθεση. Δεν δέχομαι καμία συζήτηση. Ξεχνάς το θέμα με τον πατέρας της. Ότι κάνουμε είναι για το καλό της” … “Μπορώ να μάθω το λόγο;” … “Όχι βέβαια. Είναι νωρίς ακόμα. Θα το μάθεις όταν η Σάρα γίνει 18 χρονών.” Στρέφομαι στον Κωνσταντίνο για υποστήριξη. “Κωνσταντίνε, εσύ ξέρεις το λόγο;”… “Όχι. Ούτε θέλω να ξέρω. Η Αντρέα μου έθεσε θέμα εμπιστοσύνης δακρυσμένη. Εγώ, εμπιστεύομαι τη μάνα σου. Εσύ;”
