Φρέσκα

Πόρτο Λεόνε – Χάϊφα

της Βιτάλια Ζιμμερ

 

Δεν ξέρω πως το βρήκα αυτό

αυτό το μαγικό χαρτάκι.

Εισιτήριο γράφει πάνω του.

Πόρτο Λεόνε – Χάιφα μέσα σε μια νύχτα.

Μία νύχτα μαγική, πιο μαγική από τις χίλιες μία.

 

Φοράμε τα καλά μας και πάμε στο λιμάνι,

και στην προβλήτα στέκεται,

καμαρωτός ο καμαρότος.

Μας συνοδεύει στο κατάστρωμα,

μας δείχνει το τραπέζι.

 

Είναι ροτόντα με κερί,

φτιαγμένο στη Ραβέννα.

Τραπεζομάντηλο της Μάνης,

ποτήρια απ’ τη Συρία

 

Αθόρυβα σαλπάρει το καράβι.

Μα σαν θα φτάσει στα λιοντάρια,

εκεί κοντά στη μπούκα,

το βούκινο θα βγάλει.

 

Σαν πιάσαμε το Σούνιο,

σερβίρανε τα πρώτα,

κρασί λευκό και λάδι απ’ την Ελλάδα,

μεζέδες απ’ το Λίβανο,

σαλάτα απ’ τη Μεσσίνα.

 

Κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει,

σ’ αυτό το μαγικό καράβι.

Όλα θα αλλάξουν ξαφνικά,

μα μόν´ ο καπετάνιος ξέρει.

 

Ντουγρού για Σμύρνη διαταγάς,

στον τιμονιέρη δίνει.

Έχω αφήσει μια δουλειά,

στη μέση να μην μείνει

 

Σηκώνει το σπαθί τα σύννεφα θα σκίσει,

κι αλλάζουν όλα στιγμή

και νάσου η Σμύρνη σαλεμένη.

 

Ανάβει τον πυρσό,

το σύνθημα θα δώσει,

ψυχές χιλιάδες λαμπερές,

στο πλοίο σκαρφαλώνουν.

Στα σώματα θα μπουν,

κρασί για να γευτούν.

 

Μα δύο απ’ αυτές,

τις ξεχωρίζουν όλοι,

η μια φοράει άσπρο νυφικό,

κι η άλλη μπλε κοστούμι.

Ζωντάνεψαν και κάθισαν

στο πρώτο το τραπέζι

 

Και της κουβέρτας το σκυλί,

παραγγελιά θα δώσει.

Εντάξει λέει ο καπετάνιος.

Ήρθε η ώρα να λαλήσουν οι νεκροί,

αλήθειες να μας πούνε.

 

Το παλικάρι έχει τα μάτια μαύρα

ειν’ καπετάνιος θαυμαστός,

στο πρώτο το λιμάνι.

Βρέθηκε στη Σμύρνη στη στεριά,

να πάει να πολεμήσει.

Είδε την κόρη και ερωτεύτηκε,

σε γάμο την εκάλεσε.

 

Κι η νύφη έχει τα μάτια μπλέ,

το πιο βαθύ το μπλε,

της θάλασσας της κρύας.

Είναι Τουρκάλα λυγερή,

και με τσιγγάνα μάνα.

 

 

Δεν πρόλαβα να τονε δω ξανά,

ήρθαν τον πήραν και τον σκότωσαν.

Μαζί του πέθανα κι εγώ,

πήρα το φάρμακο και πήγα και τον βρήκα.

 

Ωχ κορίτσι μου, ωχ αγόρι μου,

λέγει ο καπετάνιος ο Τζαπάνος.

Σηκώνει το σπαθί ξα νά,

που το χουν φτιάξει μάστορες οι δύο,

ένας γέρος δάσκαλος κι ο μαθητής ο νέος.

Γάμο θα κάνουμε εδώ πα, σε τούτο το καράβι.

 

Ορμάει στα σχοινιά,

κι ένα κομμάτι κόβει.

Στεφάνια έφτιαξε μ’ αυτό

και με χρυσή κλωστή

τα δαχτυλίδια θα σκαρώσει.

Να γίνει αρραβώνας τώρα!

 

Ιμάμης δεν υπάρχει,

ραββίνος δεν μπορεί

και ο παπάς δεν πρέπει.

Το λόγο πήρε ο κατεπάνο.

 

Κι ο καπετάνιος λέγει:

σας ονομάζω σύζυγους,

τη νύφη να φιλήσεις.

Τη νύφη την εφίλησε,

την πάει στο κρεβάτι.

Σταμάτα! λέει ο Δεύτερος.

Τώρα θα γίνει γλέντι!

 

Το γλέντι συνεχίζεται,

θα φάμε από το Λίβανο

και φρούτα της Αιγύπτου.

Στολίδια όμορφα θα βγουν,

λουλούδια από τη Χάιφα.

 

Η νύφη κι ο γαμπρός,

αδύνατον να φύγουν,

να πάνε στο κρεβάτι.

 

Εφτάσαμε στη Χάιφα,

την όμορφη την πόλη.

Μα σαν πατήσαμε στεριά

Εν’ άγαλμα ζωντάνεψε.

Που πάτε ολούθε εσείς;

Είμ’ ο αφέντης των νεκρών,

το αφεντικό της πόλης.

 

Γάμος έγινε άρχοντα,

σε τούτο το καράβι.

Μα ήρθ’ η ώρα νύφη και γαμπρός,

τώρα να μείνουν μόνοι.

 

Γλέντι θα γίνει στη στεριά,

γαμπρέ θα περιμένεις.

Έτσι ειν’ το έθιμο καλέ μου,

στη Χάιφας το λιμάνι

 

Πες μου κοπέλα πες,

ποιος νιος σε συνοδεύει;

Είχα μια κόρη όμορφη,

μα όχι σαν και σένα.

 

Κι αφού ετέλειωσε το γλέντι της στεριάς,

λίγο πριν ξημερώσει.

Φωνάζει ο γαμπρός όσο μπορεί:

Που φεύγεις καπετάνιε μας;

Γιατί μου βγάζεις το σπαθί σου;

 

Κι ο καπετάνιος έμπηξε μεμιάς,

στη γη το λαμπερό σπαθί του.

θα αναλάβει ο δεύτερος

και εσύ θα γίνεις τρίτος.

Και τότες φύσηξε άνεμος νοτιάς,

και χάθηκ’ η μορφή του