Καλοκαίρι αγκαλιά μου…10
«Η Κρος δεν μένει πια εδώ» – Διήγημα του Δημήτρη Καρύδα
1η ημέρα, Σικάγο
Έριξε την παλιά βαλίτσα από χοντρό χαρτόνι με χοντρές κλειδαριές και γωνίες με μπρούτζινη επένδυση στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ένα άθλιο ανοιχτό Καντέτ με αμάξωμα κίτρινο κατρουλί, αγορασμένο μισοτιμής σε μια μάντρα αυτοκινήτων. Το μοναδικό που τον ένοιαζε ήταν να αντέξει τη διαδρομή και να τον βοηθήσει να διασχίσει τον Route 66, τον ‘’πατέρα’’ όλων των αυτοκινητόδρομων στην Αμερική. Τρεις εβδομάδες οδήγημα, προκαθορισμένες στάσεις στα χνάρια του Κέρουακ και των μπίτνικς. Όνειρο μιας μίζερης, στερημένης ζωής, τούτο το ταξίδι. Αλλά ο λόγος που ήθελε να φτάσει στην Καλιφόρνια ήταν διαφορετικός.
4η μέρα, Σεν Λιούις
Δεν άφησε τίποτα πίσω του. Κανένα και τίποτα. Το σκέφτεται καθώς η σερβιτόρα αφήνει μπροστά του ένα ποτήρι μπύρας μεγάλο σαν πορτατίφ στο καφέ που ζει από τους νοσταλγούς-ταξιδιώτες του θρυλικού δρόμου. Το μοναδικό που τον νοιάζει είναι εκείνη. Ο εφηβικός έρωτας του. Η γυναίκα που του χάρισε πριν από 40 χρόνια δύο αξέχαστους μήνες πριν φύγει μακριά του. Βγάζει τη μοναδική φωτογραφία ενθύμιο από εκείνη την εποχή. Την κοιτάζει για χιλιοστή, εκατομμυριοστή φορά στη ζωή του. Μια θαμπή φωτογραφία, σαν φλούο αρτιστίκ, λες και ήταν τραβηγμένη μέσα από ένα σύννεφο καπνού. Τα κεφάλια τους δίπλα δίπλα. Δύο νέοι, γεμάτοι ζωή έτοιμοι να ανταλλάξουν ένα φιλί. Η εικόνα της χανόταν από τη σκέψη του, ήταν ένα αόριστο, θολό περίγραμμα, ένα υγρό βλέμμα χωρίς πρόσωπο.
5η μέρα, ακόμη στο Σεν Λιούις
Η Κρος, μια μικροσκοπική νεράιδα με καμπυλωτό κορμί. Ο εφηβικός του έρωτας. Ενδεχόμενα και ο μοναδικός αληθινός έρωτας των 57 χρόνων του. Με το έξυπνο βλέμμα, το γλυκά αποφασιστικό πηγούνι, το λεπτό πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και ένα εντυπωσιακό καταρράκτη, ένα Νιαγάρα, από κατάμαυρα κατσαρά μαλλιά. Θυμόταν την πρώτη φορά που τη φίλησε. Βράδυ. Στο τέλος του πρώτου ραντεβού. Την είδε να ξεμακραίνει και τα μαύρα μαλλιά της γυάλιζαν σαν από μετάξι κάτω από το γαλάζιο φως μιας βιτρίνας.
Δύο ονειρεμένοι μήνες που κράτησαν λίγο και τελείωσαν νωρίς. Δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα ότι του είχε δανείσει τον εαυτό της για δύο μήνες. Ούτε τον πρόσφερε, ούτε τον χάρισε.
Βράδυ 8ης μέρας, στο Τζόπλιν
Οι σκάλες του φτηνιάρικου μοτέλ μύριζαν κάποιου είδους αντισηπτικό, μπορεί να ήταν και ιώδιο που αναμειγνυόταν με οσμές από τηγανητό φαγητό. Στο δωμάτιο έβαλε τη φωτογραφία πάνω στο σαραβαλιασμένο γραφείο και έμεινε να παρακολουθεί την άνιση μάχη μεταξύ ενός παράλυτου ανεμιστήρα και μιας στρατιάς από μύγες.
Τα χρήματα του δεν έφταναν πια για πολυτέλειες. Μια ζωή ήρεμη, σταθερή, ‘’δημόσιος λειτουργός’’, σύνταξη πριν από πέντε μήνες. Ίσως να ήταν ακόμη στο Σικάγο αν δεν είχε βρει το όνομα και τη φωτογραφία της σε ένα δίκτυο κοινωνικών μοντέρνων συναναστροφών. Ήταν αυτή δεν χώραγε αμφιβολία. Το κατάλαβε από το βλέμμα της και από τη συνήθεια της να φοράει πάντα κάτι εντυπωσιακά χρωματιστό πάνω της. Μια κορδέλα για τα ατίθασα μαλλιά της, μεγάλα βαριά σκουλαρίκια, ένα χρωματιστό κασκόλ. Ήταν μια τυπική μεσόκοπη με σύνολο σακάκι-παντελόνι, λιγοστές γκρίζες τρίχες να ξεχωρίζουν στα κοντοκουρεμένα –πια- μαλλιά της, γυαλιά με χρυσό σκελετό, διακριτικά μακιγιαρισμένη. Ακόμη και με το μακιγιάζ να μπορεί να κρύψει την κούραση του προσώπου της. Έμενε στην άλλη άκρη της χώρας. Λος Άντζελες. Τα άλλα τα έμαθε ρωτώντας παλιούς φίλους. Δύο διαζύγια, δύο παιδιά, άνεργη τα δύο τελευταία χρόνια και μόνη. Αυτό τον ένοιαζε… Μόνη.
10η μέρα, Τούλσα
Είναι κοντά στη μέση του ταξιδιού. Μια ακόμη στάση σε ένα καφέ τουRoute 66. Στον τοίχο για διακόσμηση κάτι κιτρινισμένα χαρτιά που θύμιζαν πολυκαιρισμένες κινηματογραφικές αφίσες από ταινίες δεύτερης διαλογής με σκηνοθέτες και ηθοποιούς που δεν τους είχε ξανακούσει. Ένα ακόμη πλαστικό χάμπουργκερ με ασορτί πατάτες. 57 χρονών. Πότε έφτασε ως εδώ; Να υπομένει και να υποφέρει για ένα παλιό έρωτα μια ολόκληρη ζωή. Χωρίς ποτέ να μιλήσει σε κανένα για όλα αυτά. Σε ποιόν άραγε; Φίλοι μετρημένοι, δεν έκανε ποτέ οικογένεια. Ακόμη και αν έλεγε ότι περίμενε και ζούσε μόνο για να ξαναδεί την Κρος θα τον πέρναγαν για τρελό. Ακουγόταν σαν σαχλή συναισθηματική ιστορία σε φτηνό περιοδικό.
Έτσι έζησε. Ξένος ανάμεσα σε ξένους, μαζοχιστικά αμίλητος, σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις λακωνικός. Βαρετός όσο υπέργηρος κληρικός που δίνει διάλεξη στο κατηχητικό της ενορίας του απέναντι σε πιτσιρικάδες που μισοκοιμούνται ή χασμουριούνται.
12η μέρα, βράδυ κοντά στην Οκλαχόμα Σίτι
Απόψε θα συνεχίσει να οδηγάει όλη τη νύχτα. Νιώθει δυνατός και ελεύθερος. Με εκείνη την αίσθηση πικρής ελευθερίας που έρχεται με τα πρώτα γεράματα.
Κάνει μια στάση. Το ματωμένο ηλιοβασίλεμα μοιάζει με εικόνα βγαλμένη από καρτ-ποστάλ. Κάποιος που έχει μεγαλώσει και έχει ζήσει σε μοντέρνα τσιμεντούπολη αρχικά νοιώθει ζήλια για την παρθένα ομορφιά της φύσης.
14η μέρα, διασχίζοντας το Τέξας
Μικρές πόλεις και το λιγοστό πράσινο σεντόνι των πεδιάδων για αλλαγή, οι ατελείωτες κορδέλες των αυτοκινητόδρομων, οι υδάτινοι πόροι από μικρά ποτάμια μίκραιναν πίσω του ώσπου θόλωναν και χάνονταν από το εκτυφλωτικό λευκό των ταξιδιάρικων σύννεφων που έμοιαζαν με τεράστια ανοιγμένα φτερά. Μπροστά του καμία αλλαγή: Οι αχανείς πεδιάδες και οι απέραντες ευθείες, τα χαμηλά δέντρα και τα ξερά ρέματα κάνουν το θόλο του ουρανού να μοιάζει τεράστιος. Η επανάληψη του τοπίου άρχισε να τον κουράζει. Κοίταξε τη στερεωμένη στον καθρέφτη φωτογραφία της. Η Κρος είναι εκείνη και τον περιμένει. Κρος, τι παράξενο όνομα. Θυμίζει σταυρό…
15η μέρα, στα σύνορα του Τέξας
Τα σπίτια απομακρύνονταν σταδιακά και από κομμάτια της πόλης μετατρέπονταν σε ψεύτικα σχήματα μιας οφθαλμαπάτης. Μπροστά του μόνο ο ατελείωτος αυτοκινητόδρομος και γυμνές ανεμοδαρμένες βουνοκορφές. Στον τοίχο του νεκροταφείου που πέρασε κάποιος είχε γράψει ‘’Έρχομαι από το αύριο’’. ‘’Εγώ έρχομαι από το χθες για να ζήσω το σήμερα’’, μονολόγησε.
17η μέρα, Σάντα Φε
Μπερδεύτηκε, ο δρόμος έκανε ένα κύκλο, δεν υπήρχαν πινακίδες αντί για την Αλμπουκέρκη βρέθηκε στη Σάντα Φε. Χαμένες ώρες. Έχει αρχίσει και κουράζεται. Πάνω από δύο εβδομάδες στο δρόμο. Η ύπαιθρος είναι ισοπεδωμένη, σκληρή και καψαλισμένη λες και την έχουν περάσει με καυτό σίδερο. Θα τα παρατούσε αλλά το τέλος είναι πιο κοντά από την επιστροφή σε ένα μέρος που αποκαλούσε σπίτι για 57 μονότονα χρόνια. Μπροστά του τον περιμένει η Αριζόνα.
18η μέρα, Φλάγκσταφ
Είδε μια ταμπέλα που έδειχνε δεξιά για Λας Βέγκας. Θυμήθηκε εκείνο τον συνάδελφο του που είχε όνειρο ζωής να πάει στην πόλη της αμαρτίας και της ευκαιρίες, εκεί που όλα σπινθιρίζουν αφρίζοντας φωσφορίζουσες νέον επιγραφές. Ήταν αρκετά κοντά αλλά δεν αξίζει μια παράκαμψη. Είναι κοντά πια στο τέλος του δρόμου.
Είχε το δικό του όνειρο, δεν χρειαζόταν δανεικά. Πεθαίνουμε τη μέρα που απαρνιόμαστε τα όνειρα μας. Το δικό του όνειρο, η Κρος, ήταν στο τέλος του δρόμου.
19η μέρα, Κινγκμαν
Στάση σε ένα άθλιο στέκι μηχανόβιων, το γκράφιτι στον τοίχο τα λέει όλα: I don’t drive fast, I fly low. Αχανής βρώμικος χώρος με μαυρισμένα ντουβάρια και σπασμένα τζάμια, ακάλυπτες τρύπες, σάπια δοκάρια και σκουριασμένα συρματοπλέγματα, κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του, λες και ήταν αόρατος.
Βγαίνοντας είδε σε ένα βράχο κουρνιασμένο ένα φίδι. Μακρύ, τριγωνικό με δύο μικρά μαύρα μάτια, σταχτιά λέπια, μια σκούρα τεθλασμένη γραμμή που κατέληγε σε καφετιά ουρά. Έμοιαζε πεθαμένο ή ναρκωμένο.
22η μέρα, Μπάρστοου
Σε λίγο θα μπει στην Καλιφόρνια. Φτάνει, πλησιάζει, η Κρος θα είναι εκεί. Βιάζεται, αφήνει μισοφαγωμένη την εντσιλάδα που παράγγειλε. Το κρέας του έμοιαζε άνοστο, η σάλτσα ντομάτας ή μήπως της καυτερής πιπεριάς του αναστάτωσαν το στομάχι. Μερικά μίλια χωρίς να συναντήσει αυτοκίνητο. Ξαφνικά, τον προσπερνάει με δαιμονισμένη ταχύτητα μια λιμουζίνα, βγαλμένη λες από γκανγκστερική ταινία. Εισέπνευσε τους στροβίλους σκόνης που άφησε πίσω του το αυτοκίνητο. Ίσα πρόλαβε να δει ένα ζευγάρια πόδια να κρέμονται από το παράθυρο. Τα νύχια ήταν βαμμένα κόκκινο της φωτιάς.
Ξημερώματα 23ης μέρας, λίγο έξω από το Λος Άντζελες
Ο καβαλάρης τον πλησίασε με ταχύτητα. Ένα ξίφος, καμπυλωτό σαν δρεπάνι θεριστή, ξεπηδούσε από το στόμα του. Την ώρα που το ξίφος καρφωνόταν στο στήθος του πετάχτηκε κάθιδρος από το κρεβάτι ενός ακόμη φτηνιάρικου μοτέλ. Ίδιου με όλα τα προηγούμενα. Άναψε όλα τα φώτα. Ένιωθε ένα πονοκέφαλο βαρύ σαν ταφόπλακα.
Αποφάσισε να μην κοιμηθεί άλλο. Έξω ξημέρωνε, λίγο πριν το μεσημέρι θα έφτανε στον προορισμό του. Είδε στον καθρέφτη ένα άγνωστο άντρα με αγριεμένο ματωμένο βλέμμα και γένια τριών ημερών. Από τον ήλιο είχε γίνει μαυριδερός σαν Άραβας. Ένα χοντροκομμένο κορμί χωρίς λαιμό, ντυμένος λες και είχε μόλις τελειώσει κάποια χειρωνακτική εργασία με κοντομάνικο καρό πουκάμισο και σκονισμένες μπότες. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε…
23η μέρα, Λος Άντζελες
Καλιφόρνια, λεύκες και ευκάλυπτοι απλώνουν παντού τη σκιά τους στη σκληρή γη. Κάποτε ήταν η γη της επαγγελίας. Κάποτε και η Αμερική ήταν η χώρα της μεγάλης ευκαιρίας, τώρα είναι η χώρα του ευκαιριακού.
Έφτασε στην περιοχή που έμενε η Κρος. Μπουλντόζες σε πλήρη οργασμό δράσης, κατεδάφιζαν τα παλιά κτίρια για να χτιστούν νέα εμπορικά κέντρα και πολυκατοικίες. Ρακοσυλλέκτες και παλιατζήδες δραγούμιζαν τα χαλάσματα για ότι μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο ή είχε κάποια αγοραστική αξία.
Είδε το σπίτι, κάπως αλλιώς το περίμενε. Ένα παλιό πέτρινο αγροτόσπιτο, τετράγωνο, γκρίζο και χωρίς ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Ανέβηκε τα γεμάτα ραγίσματα τσιμεντένια σκαλοπάτια της πρόσοψης. Το σπίτι βρώμαγε εγκατάλειψη. Δεν μπορεί, δεν γίνεται…
Κτύπησε δύο τρεις, τέσσερις φορές το κουδούνι με ανυπομονησία. Μια γυναίκα ακαθόριστης ηλικίας του άνοιξε. Οι ογκώδεις γάμπες της παραχωμένες σαν κιμάς μέσα στις κάλτσες, χέρια γεμάτα φλέβες και σημάδια σαν ανάγλυφος χάρτης, αναπνοή που μύριζε χαλασμένα σπλάχνα και δύσοσμο τσιγάρο. Δύο σειρές από λειψά κιτρινισμένα βρώμικα δόντια. Μια γυναίκα νικημένη από τη ζωή με αποστεωμένη φυσιογνωμία και πονεμένα μάτια. Δεν μπορεί να ήταν αυτή η Κρος…. Η δική του Κρος.
‘’Θέλω την Κρος’’, της είπε.
‘’Η Κρος δεν μένει πια εδώ. Έφυγε πριν από τρεις μήνες. Δεν ξέρω για πού. Το σπίτι θα το γκρεμίσουν την άλλη εβδομάδα’’.
Της χάρισε ένα ηττημένο χαμόγελο, γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε με άχαρες μηχανικές κινήσεις ζόμπι. ‘’Η Κρος δεν μένει πια εδώ’’. Και εκείνος μέσα στο μακρύ καυτό Αμερικάνικο καλοκαίρι δεν είχε που να πάει.
Πηγή; https://www.fractalart.gr/h-kros-den-menei-pia-edo/
