Φρέσκα

Καλοκαίρι αγκαλιά μου…23

“Ο πίνακας” – Διήγημα του Διονύση Μαρίνου

 

Το αλάτι έχει ξασπρίσει τους ώμους της. Τόπους τόπους οι άσπροι κόμποι ζωγραφίζουν πάνω στο δέρμα της μικρά νησιά• ανάμεσά τους κυλάει το νερό του ιδρώτα ανεμπόδιστο• μυρίζει ιώδιο, αντηλιακό, σανταλόξυλο.

Μυρίζει εκείνη.

Η βάση του σβέρκου της τού θυμίζει κοραλλένιο ύψωμα και ανάμεσα στα στήθη, εκεί που τελειώνει το ύφασμα του μαγιό, ένας ύφαλος σβήνει στο ημίφως μιας ελιάς και τον καταπίνει. Ούτε να αναπνεύσει θέλει, ούτε και να σταματήσει να ρουφάει το άρωμα από τα βάθη. Κι έτσι, δίχως να γνωρίζει αν πρέπει να ζητήσει βοήθεια ή να μαγευτεί από τη δίνη της πτώσης, αφήνεται να τον παρασύρει η χειροπιαστή μυρωδιά της σάρκας.

Την βλέπει κάθε μέρα, στην ίδια θέση, στην άκρη της παραλίας. Είναι πάντα μόνη: ούτε βιβλίο κρατάει, ούτε ενδιαφέρεται να αποκτήσει παρέα. Τα αγόρια που την πλησιάζουν, άλλος με συστολή κι άλλος με απρόθυμο σεβασμό, τα αποκρούει με μια κίνηση σιγουριάς. Η σκιά της μπλέκεται με κομμάτια φτερωτής λιακάδας, το μεσημέρι περισσότερο όταν ο ήλιος χτυπάει κάθετα και καρφώνει φως, σε σημείο να μοιάζει με σώμα δίχως όριο• μια λεπτή κουκκίδα που στέκει αγέρωχη στο αχνιστό παραπέτασμα της ζέστης. Θέλει να της μιλήσει, φλέγεται να της πει ένα «γεια». Αν ρωτήσεις τον Ιάκωβο θα σου πει ότι αυτό το καλοκαίρι γεννήθηκε για να συναντήσει το άγνωστο κορίτσι. Δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι χρονών. Δεν τον νοιάζει η διαφορά της ηλικίας, δεν σκέφτεται καν τι θα πει η γυναίκα του ή αν θα τον συζητήσει το χωριό. Θέλει μόνο να την πλησιάσει, να κάτσει ήσυχα κοντά της, να ζυγώσει τις αυλακιές που η πλάτη της άφησε στην άμμο, να την ακουμπήσει για να βεβαιωθεί ότι δεν είναι πλάσμα της φαντασίας του, αλλά αληθινή, σάρκινη.

Μόλις πέσει ο ήλιος το κορίτσι μαζεύει τα πράγματά του: μια πετσέτα, τα γυαλιά της, ένα ζευγάρι σαγιονάρες και φεύγει. Ο Ιάκωβος την παρακολουθεί να σβήνει στην άκρη του δρόμου, μέσα στην πορτοκαλί αύρα του απογεύματος, να αιωρείται πάνω από τη γραμμή της θάλασσας και τον πιάνει η πείνα του αποχωρισμού.

Δίχως προφύλαξη, με την αίσθηση του επείγοντος που δεν πρέπει να χάσει από μπροστά του, βγάζει τα ρούχα του και ξαπλώνει γυμνός στο σημείο που πριν βρισκόταν το κορίτσι. Η διείσδυση του ενός σώματος μέσα στο άλλο είναι άμεση. Η ροή της θερμοκρασίας του γυναικείου αίματος μέσα στο δικό του τού προκαλεί μια τρίλια ευτυχίας. Σαν κάποιος να του μεταγγίζει φρέσκα κύτταρα και να ευδαιμονεί η σάρκα του με νιόβγαλτα αγγίγματα. Και πιο πολύ αυτό που τον κάνει να τραγουδάει τη χαρά, έστω και με έναν ασυντόνιστο ρυθμό, είναι τα τσιμπήματα από τις πέτρες στην πλάτη του, η επιθετικότητα των ζιζανίων που βγαίνουν από την άμμο και πάνω στο δέρμα του βρίσκουν δρόμο να σκάψουν. Τότε ο πόνος αποκτάει πάνω του μια μελαγχολική απόσταση, λες και δεν είναι ο ίδιος που τον υποδέχεται, αλλά κάποιο ξένο σώμα• κάτι που φτιάχτηκε από την ένωσή του με το κορίτσι και δεν του ανήκει και δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει πρόσκαιρη ανακούφιση από το μαρτύριο του τρυπήματος.

Κι όμως, ξαφνικά αισθάνεται στην άκρη του νυχιού του το δέρμα να έχει ανοίξει σαν πέταλο κι από μέσα να ξεχύνεται ένα ρυάκι αίματος, να βάφει όλο το δάχτυλο, το χέρι, το μανίκι της μπλούζας. Ο πόνος τού βουλώνει τα αυτιά, τον κάνει να παραπατάει. Αφήνει προσεκτικά τον πίνακα στο πάτωμα, πετάει με εκνευρισμό το σφυρί και πιπιλάει το δάχτυλό του. Η γυναίκα του τού δίνει λίγο χαρτί να σκουπίσει τα αίματα. Δεν το θέλει, το αφήνει να πέσει κάτω.

Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί έχεις φαγωθεί με αυτό τον πίνακα; του λέει.

Τον αγόρασα, δεν τον αγόρασα; Ε, πρέπει να τον κρεμάσω, της απαντάει με μισή φωνή και μισό πόνο. Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ, γιατί τον αγόρασες;

Πηγή: https://www.fractalart.gr/o-pinakas/

 

A woman by the beach – Linn Ngo