Φρέσκα

Στη Ρώμη για έρευνα

του VIX.

Το πάθαμε κι αυτό. Ένας φίλος, φίλου, ενός κολλητού είχε ένα θέμα. Μία μεγάλη χρέωση στην κάρτα του στη Ρώμη. Η Τράπεζα είπε ότι δεν έγινε μέσω ιντερνετ. Το πλαστικό ήταν στη Ρώμη.

Αγόρια, τραβάτε να δείτε τι είναι εκεί μπας και καταλάβω τι έγινε. Μέσα σε μια μέρα τέσσερα χιλιάρικα είναι πολλά. Άιντε…

Εντάξει, αεροπλανάκι, ταξί και ντουγρού για τη διεύθυνση που μας είπε η τράπεζα. Απέξω είναι όλα καλά, αλλά δεν βλέπω τζάμια. Ντουβάρι βαμμένο, περιποιημένο. Χτυπάμε κουδούνι. Έρχεται και μας ανοίγει ένας τύπος μελαψός. Μας κόβει μία από πάνω μέχρι κάτω, μας βλέπει κουστουμάτους με μαύρα γυαλιά, περάστε μας λέει στα Ιταλικά. Μας βάζει στον καναπέ. Έρχονται δύο ντουβάρια και η αφεντικίνα. Συζήτηση κουκούτσι. Πάμε στα Αγγλικά καλό μου.

– Τι θέλουν οι κύριοι.

– Θέλουμε να δούμε τι μαγαζί είναι αυτό.

– Το καλύτερο.

– Οχι. Τη δραστηριότητα.

– Μπορντέλο πολυτελείας. Το καλύτερο στην Ιταλία.

– Μάλιστα. Έχετε POS;

– Εσείς τώρα τι είστε; Μπάτσοι;

– Όχι. Ψάχνουμε μία συναλλαγή ενός φίλου επιχειρηματία από την Ελλάδα. Τέσσερις χιλιάδες ευρώ.

– Πάμε στο POS να το δείτε.

– Πάμε. Να περάσουμε μία συναλλαγή με την κάρτα μου;

– Γιατί;

– Ένα ευρώ μόνο για να έχουμε τον κωδικό εμπόρου. Κατάλαβα τι έγινε.

– Τι έγινε;

– Μάλλον ήρθε ο γιος του με την κάρτα και πέρασε καλά.

– Κάτσε να δω. Φέρε την κάρτα να σε χρεώσω 1 ευρώ.

 

Τελικά ο εικοσάρης γιος, βούτηξε την κάρτα έβγαλε εισιτήριο με αεροπλάνο και πήγε στο μπορντέλο. Ξενύχτησε εκεί και την άλλη μέρα γύρισε Αθήνα.

 

– Ευχαριστούμε πολύ.

– Που πάτε; Ελάτε να σας περιποιηθούμε.

– Εμείς δεν έχουμε τέσσερα χιλιάρικα μαντάμ. Γεια σας.

– No Problem.

 

Το βράδυ είχαμε την πτήση επιστροφής. Παραλίγο να τη χάσουμε. Κι εκεί που κοιμόμασταν τελειωμένοι στο αεροπλάνο, με σκουντάει ο άλλος και μου λέει ότι σήμερα γαμήσαμε τσάμπα.

Τσάμπα δεν υπάρχει φίλε μου. Το πληρώσαμε ένα ευρώ.