Φρέσκα

Έρωτες κάτω απ’ το φάρο

της Έφης Καραμιχάλη

 

Ο Νικόλας ήταν ο πρώτος έρωτας της Λενιώς. Μαζί από τα δεκάξι της. Εκείνη ψηλή και όμορφη σαν ελαφίνα ,εκείνος ένας λεβέντης με δυο κατάμαυρα μάτια σαν κάρβουνο. Το πρώτο φιλί τους μέσα στο καλοκαίρι το δώσανε στο πανηγύρι της Αγ. Μαρίνας στη Μαΐστρο. Οι οικογένειες τους, γείτονες ξεκινούσαν από βραδύς με τα πόδια και τις κουρελούδες στη μασχάλη, για το πανηγύρι. Εκεί κοιμόντουσαν στρωματσάδα, όλοι στην αυλή της εκκλησίας.

Τα παιδιά όλη την νύχτα δεν έκλειναν μάτι, χαμένα μέσα στους πάγκους από παιχνίδια, στις κούνιες και στα τρενάκια, να τρώνε το μαλλί της γριάς, παγωτό, καλαμπόκια, να χαίρονται και να γλεντούν την εφηβεία τους. Με το φιλί του Νικόλα έλιωσε το Λενιώ! Ήταν από τ’ αγόρια που της άρεσαν. Εκείνος δούλευε στο ξυλουργείο του κυρ Γιώργη και εκείνη πρόσεχε τη μάνα και το σπίτι ενός μεγαλογιατρού λεύτερου και καμιά τριανταριά χρόνια μεγαλύτερος από εκείνη.  Όταν σχολούσε τα βράδια την περίμενε ο Νικόλας της και μέσα στην νύχτα κάτω από το φάρο ζούσε μόνο ο ένας για τον άλλον. Θες τα νιάτα, θες ο έρωτας, θες η αθωότητα και η άγνοια της ζωής, όλα ήταν όμορφα.

 

Οι οικογένειες τους πάμπτωχες. Δεκαετία του πενήντα, μια Ελλάδα διχασμένη που προσπαθούσε να πατήσει στα πόδια της, μετά από έναν πόλεμο και έναν εμφύλιο. Ο πατέρας της Αριστερός, με εξορίες και φυλακές »στιγματισμένος», λίγοι ήταν εκείνοι που του έδιναν ένα μεροκάματο. Ο πατέρας του Νικόλα με ένα πόδι, το άλλο το έδωσε για πατρίδα, το άφησε στα βουνά της Αλβανίας. Είχε ένα μικρό περίπτερο και άλλες πέντε ψυχές στο σπίτι.

Με την Χαρά η Λενιώ γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Δίπλα δίπλα τα κρεβάτια των μανάδων τους στο νοσοκομείο. Έγιναν φίλες αυτές και μετά τα κορίτσια τους. Μαζί στο σχολείο, μαζί στις πρώτες νεανικές βόλτες, στα πρώτα ξενύχτια. Δυο ζωές σε μία, που δέθηκαν ακόμη περισσότερο, όταν η μεγάλη βροχή που έπνιξε την πόλη μια χρονιά και πήρε σβάρνα το φτωχόσπιτο τους, ο πατέρας της Λενιώς, στην αυλή του σπιτιού του, έχτισε δυο κάμαρες και τους έβαλε μέσα. Έτσι, απλά και ανθρώπινα. Στον έρωτα της Λενιώς η Χαρά ήταν δίπλα της. Μοιραζόταν τα όνειρα  και στις αγωνίες της.

Μαζί πήραν τους δρόμους και κρύφτηκαν ένα μερόνυχτο στον Ταρσανά όταν μια μέρα ο μεγαλογιατρός χτύπησε την πόρτα του φτωχικού της Λενιώς να τη »ζητήσει» από τους γονείς της. Όταν αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτι, το Λενιώ βρήκε τον πατέρα της να την περιμένει με αγωνία στη πόρτα. Λεβεντιά ο κυρ Ανέστης. Στο τσουκάλι δεν υπήρχε τίποτα το φανάρι ήταν άδειο και όμως είπε όχι στο Γιατρό που του έταζε λαγούς με πετραχήλια αρκεί να είχε στο κρεβάτι του το δεκαοχτάχρονο λουλούδι του!

Σε ένα μήνα έγινε ο γάμος με τον Νικόλα που αφού δούλεψε ένα φεγγάρι στον Αρμένη που είχε μπακάλικο στη γειτονιά, μετά στην τράτα του Χασάν, τώρα ήταν πια φαροφύλακας! Το όνειρό του! Το γλέντι του γάμου έγινε κάτω από το φάρο. Όλη την νύχτα η γκάιντα ,ο ζουρνάς και τα νταούλια, ακούγονταν μέχρι το λιμάνι. Κοντά στο χάραμα τελείωσε το γλέντι. Και εκεί που μόλις σκάει ο ήλιος και κάνει την πρώτη του βουτιά στη θάλασσα,την πήρε από το χέρι και με τα πρώτα χρώματα της ανατολής να λούζουν το κατάλευκο νυφικό της, την ανέβασε στο φάρο. Στην κορυφή. Όλος ο κόσμος δικός τους. Ένα ατέλειωτο πέλαγος μπροστά τους και μια μέρα και μια ζωή που ξεκινούσε γεμάτη υποσχέσεις και όνειρα! Είχε τη δουλειά που ήθελε και την γυναίκα που αγαπούσε τρελά!

Στο χρόνο επάνω του γάμου τους ήρθε και το πρώτο αρσενικό παιδί. Η Χαρά πάντα δίπλα τους πάντα μόνη να γεμίζει τη ζωή της από τη ζωή τους. Να είναι εκεί ότι ώρα την χρειαστούν να τρέξει στις ανάγκες τους. Όταν η Λενιώ δεν μπορούσε, αυτή ανέβαινε τα 100 σκαλιά του φάρου να πηγαίνει τον Νικόλα φαγητό, όταν η Λενιώ χρειάστηκε νοσηλεία για λίγες μέρες, αυτή στο πόδι της, στο σπίτι, να προσέχει άνδρα και παιδί. Αδελφές τις έλεγαν στη γειτονιά…

Έκλειναν τα 25 τους όταν ένα πρωί η Χαρά είπε την Λενιώ ότι  θα έφευγε στη Γερμανία. Έτσι ξαφνικά, τάχα για καλύτερη ζωή, τάχα για δουλειά… Δεν κατάλαβε πως βρέθηκε να αποχαιρετά τη φίλη της στο τρένο μια νύχτα που μύριζε νοτιάς και το κύμα ακουγόταν μέχρι το σταθμό. Γυρνούσε σπίτι μόνη. Ο Νικόλας δεν είχε έρθει γιατί είχε βάρδια στο φάρο όπως της είπε. Αισθανόταν όπως όταν έχασε τη μάνα της. Αφόρητη μοναξιά και θλίψη…σαν να ξεκόλλησε ένα κομμάτι από μέσα της από τα σωθικά της. Στην αρχή ήρθαν 2-3 γράμματα και μετά τίποτα… Τα γράμματα που είχε στείλει εκείνη, γυρνούσαν πίσω και η φωτογραφία μαζί με την φίλη της από τα νιάτα τους έγινε πια κορνίζα πάνω στο σύνθετο.

Πέρασαν σχεδόν 23 χρόνια από το φευγιό της Χαράς. Κοντά στα 50 πια η Λενιώ, την ειδοποίησαν ένα βράδυ να πάει στο νοσοκομείο. Ο Νικόλας της όπως ανέβαινε τα σκαλοπάτια του φάρου, εκεί στα μέσα περίπου της διαδρομής, στο πλατύσκαλο που συνήθως ξεκουραζόταν, εκεί που για μια και μοναδική φορά στη ζωή του άγγιξε μια άλλη γυναίκα εκτός από την Λενιώ του και πήρε σαν αρπαχτικό την γλύκα από ένα άλλο κορμί, με λαχτάρα και επιθυμία τρελή, αλλά και ντροπή και τύψεις αργότερα που τον έκαναν να μην το ξεχάσει ποτέ, εκεί λοιπόν στο πλατύσκαλο, η καρδιά του αποφάσισε να τον αφήσει.

Έμεινε μόνη με τα δυο της αγόρια να θρηνεί τον μόνο άνδρα που αγάπησε στη ζωή της. Πέρασε μαζί του όμορφα χρόνια. Ήταν  πάντα στοργικός, καλός πατέρας και τους φρόντιζε  με αγάπη περισσή! Στην βδομάδα επάνω που τον έχασε, χτύπησε η πόρτα της ένα πρωινό. Άνοιξε και είδε μπροστά της ένα παλικάρι εκεί γύρω στα 23, με δυο κατάμαυρα μάτια, ίδιος ο Νικόλας της στα νιάτα του και δίπλα του, η Χαρά. Για δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς. Μόνο κοιτούσε η Λενιώ στα μάτια τη Χαρά και προσπαθούσε να καταλάβει τι έβλεπε.»Ο γιος μου» της είπε η Χαρά …»ο γιος μας», της απάντησε η Λενιώ και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Έπεσε η μια στην αγκαλιά της άλλης.

Δεν χρειάζονταν λόγια.

Το κλάμα και η σιωπή τα εξηγούσε όλα…