Ημερολόγιο καραντίνας (9)…Τον καιρό του κορονοϊού
του Αργύρη Νικολάου
Τί άλλο θέλαμε; Είχαμε ο ένας τον άλλον, είχαμε τα βιβλία μας, τα σχολιάζαμε και, μέσω αυτών, εξακτινωνόμασταν στο χώρο και στο χρόνο.
Δυο φορές μόνο ενοχληθήκαμε. Την πρώτη φορά καθόμασταν σ’ ένα παγκάκι, με την αρμόζουσα μεταξύ μας απόσταση, κι εκεί που διατρέχαμε τη Βυζαντινή ιστορία, ακολουθώντας το νήμα που έπλεκε δεξιοτεχνικά ο Ζαμπέλιος, ακούσαμε πίσω μας μια φωνή.
Τα χαρτιά σας παρακαλώ, είπε. Γυρίσαμε και είδαμε το όργανο της τάξης από πάνω μας. Πώς θα δικαιολογούσαμε σε σχέση με τον αναγραμμένο χρόνο και τόπο τη μεγάλη απόστασή μας απ’ αυτά; Πώς μας αντιλήφθηκε εκεί που βρισκόμασταν; Πώς θα εξηγούσαμε, αν μας ρωτούσε, την έκφρασή μας που βρισκόταν στο άλλο άκρο από την έκφραση όσων κάθονταν στα διπλανά παγκάκια;
Όλ’ αυτά τα ερωτήματα στον ελάχιστο χρόνο που κάναμε ώσπου να βγάλουμε από την τσέπη τα χαρτιά μας. Άδικα όμως ταραχτήκαμε. Το όργανο τα βρήκε εντάξει. Περιορίστηκε μόνο στη σύσταση να αποφεύγουμε τα παγκάκια.
Την δεύτερη φορά είχαμε κρυφθεί καλά. Πίσω από μια πυκνή φυλλωσιά. Ασφαλείς, με οδηγό τον μεταφραστή Ρήγα και την ομάδα του, απομακρυνθήκαμε ακόμα πιο πολύ: Στην αρχαία Ελλάδα μέσω της διήγησης του νέου Ανάχαρση. Απορροφημένοι από όσα βλέπαμε και ακούγαμε τρομάξαμε όταν ακούσαμε έξαφνα, τα χαρτιά σας! Τιναχτήκαμε πάνω, βλέπετε ήμασταν σίγουροι πως δε θα μας έβρισκε κανείς, γυρίζουμε και βλέπουμε έναν παλιό γνωστό μας, από άλλη γειτονιά, να γελάει. Από πού ξεφύτρωσες εσύ; τον ρώτησα.
