Το…δαιμόνιο
της Ελένης Καραγιάννη
«Το ορκίζομαι, σου λέω, το ορκίζομαι! Παιδάκι ήμουν. Βράδυ Παραμονής Χριστουγέννων. Το χιόνι ενάμισι μέτρο μπόι. Γύρω απ’ το σοφρά μαζεμένα όλα τα παιδιά τρώγαμε χριστουγεννιάτικα καλούδια: μανταρίνια, ψημένα κάστανα, χαρούπια, αποξηραμένα σύκα και κάτι κουραμπιέδες όνειρο. Τους έφτιαχνε η μανιά με λίγδα. Με το λίπος δηλαδή των γουρουνιών. Βούτυρο κατσικίσιο κι αγελαδινό; Αστειεύεσαι; Πολυτέλειες για σπίτια πλουσίων! Η ξυλόσομπα βογκούσε απ’ τα δρένια κι ο παππούς αφηγούνταν χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Μεγάλος παραμυθάς ο άτιμος! Πού τα σκαρφίζονταν; Κάποια στιγμή κατουρήθηκα. Το κρύο διαολεμένο και το αποχωρητήριο στην άλλη άκρη του οικοπέδου.
Φόρεσα τις γαλότσες και βγήκα. Τι να έκανα; Το χιόνι τριζοβολούσε κάτω απ’ τα πόδια μου. Όμορφο, αστραφτερό, λαμποκοπούσε. Η ασπράδα του έφτανε μέχρι τον ουρανό. Νύχτα ξάστερη. Τότε το είδα! Αλήθεια σου λέω! Το ορκίζομαι! Ερχόταν από την αυλή της Πηνελούδας. Μ’ ένα σάλτο πήδηξε τον μαντρότοιχο. Ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι. Φορούσε πράσινα ρούχα και κόκκινο σκούφο. Κρατούσε ένα φαναράκι. Με πλησίαζε με βήμα θαρρετό. Σχεδόν γλιστρούσε πάνω στο χιόνι. Δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό του. Έβγαλα μια στριγκλιά τρόμου και σήκωσα στο πόδι όλο το χωριό.
Δύο ώρες ψάχναμε μέσα στην αυλή και στα γειτονικά οικόπεδα. Άφαντο. Τι να ήταν τώρα αυτό; Ίσως κάποιο δαιμόνιο των Χριστουγέννων. Ο πατέρας κατέληξε ότι ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου κι απαγόρευσε στον παππού τις ιστορίες με τα ξωτικά και τους καλικάντζαρους. Εγώ μια φορά δεν χρειάστηκε να φτάσω μέχρι το «μέρος». Τα είχα κάνει πάνω μου».
ΥΓ. Από μένα, τη μαμά μου και τον καλικάντζαρο των παιδικών της χρόνων πολλές, πολλές ευχές!!!
