Σε είδα ξανά…
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Τον έβλεπα συνέχεια σε ένα μικρό σκοτεινό δρομάκι κοντά στο σχολείο μου, στη Θεσσαλονίκη. Η ξύλινη πατερίτσα στήριζε τη μία του πλευρά. Έλειπε το ένα του πόδι και το τσαλακωμένο καφέ υφασμάτινο παντελόνι ήταν διπλωμένο μέχρι πάνω, πιασμένο με μία μεγάλη μεταλλική παραμάνα.
Φορούσε ένα μαύρο μπερέ και ένα επίσης καφέ σακάκι, σετ με το παντελόνι. Από μέσα μπορούσες να δεις το λεκιασμένο του υποκάμισο, από υπολείμματα τροφής. Τα γένια του ήταν κατάλευκα σαν το χιόνι, σου θύμιζε τον Άγιο Βασίλη. Τα μαλλιά ήταν λιγοστά και άσπρα λες και τα είχες πλύνει με λουλάκι.
Δίπλα του είχε τρεις κουβέρτες γεμάτες τρύπες, μάλλον τις είχε φάει ο σκόρος ή τα ποντίκια. Ένα πρωί τον είδα να κοιμάται στο πεζοδρόμιο. Η μία κουβέρτα ήταν στρωμένη στο δρόμο, με τη δεύτερη ήταν μισό-σκεπασμένος και η τρίτη ήταν τυλιγμένη σαν κύλινδρος για μαξιλάρι. Είχε γύρει στο πλάι και έτρωγε με μανία μία φέτα ψωμί. Τα ψίχουλα και τα σάλια του έπεφταν στην στρωμένη κουβέρτα. Στο τέλος, μάζεψε και τα ψίχουλα και τα έφαγε κι αυτά. Έτσι όπως έκαναν οι γριούλες με το αντίδωρο στην Εκκλησία…
Το βλέμμα του ήταν πράο και εξέπεμπε με δύναμη, σαν αυτή του άστρου που γεννιέται, την χρόνια κούραση του. Είχε γαλανά μάτια και οι ρυτίδες του έδιναν έναν τόνο απογοήτευσης, μίας πρόωρης γήρανσης, μίας παραίτησης. Τόλμησα και τον κοίταξα στα μάτια, αλλά όχι για πολύ. Έσκυψα το κεφάλι, τερμάτισα τη βλεμματική επαφή και προχώρησα με δισταγμό.
Ρώτησα το δάσκαλό μου, μα δεν πήρα απάντηση. Ρώτησα τα παιδιά… Στάθηκα άτυχη.. Ρώτησα τους γονείς μου και τους παππούδες μου… Σιωπή…
Την επόμενη μέρα δεν τον είδα. Ούτε την μεθεπόμενη. Δεν τον είδα ξανά στο δρόμο για το σχολείο μου. Ρώτησα ξανά. Κανείς δεν έδινε απάντηση.
Τον ξαναείδα μία τελευταία φορά. Ένιωσα αγαλλίαση που ήταν ζωντανός.
Τον είδα ξανά, σε αναπηρικό καροτσάκι και δίπλα του μία αδελφή νοσοκόμα. Ήταν και άλλοι δίπλα του. Ήταν πλήθος κόσμου πίσω του. Ήταν στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στην Θεσσαλονίκη.
Τον είδα ξανά και χάρηκα. Ήταν καθαρός και φορούσε παράσημα. Είχε πολεμήσει το ’40.
Σε είδα ξανά και ένιωσα ντροπή μεγάλη…
