Night driving
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Φεύγω σέρνοντας μαζί μου των προγόνων τις ψυχές. Στα χέρια μου αντί για ξίφος κοφτερό, κρατάω της Στουτγκάρδης το κλειδί, που έχει ένα άγριο άλογο ζωγραφισμένο.
Βάζω το κλειδί αριστερά και τα πιστά μου άλογά θα χλιμιντρίσουν, που ξάφνου στα χέρια μου αγριεύουν. Ένα ταξίδι κοντινό, εδώ μέχρι τις Άλπεις θα το κάνουμε. Η κόρες των ματιών μου διαστέλλονται και ο φιδίσιος δρόμος γίνεται ευθύς. Θέλω να δω το σύμπαν, θέλω να δω το φως του παρελθόντος, που αργεί να ταξιδέψει, στα μάτια μας να φτάσει. Τότε που ο Άνθρωπος δεν ήτανε σοφός, πριν γίνει ο Homo Sapiens. Γιατί όταν έγινε σοφός, τότε αρχίνησε με μίσος περίσσιο να σκοτώνει το ίδιο του το είδος.
Ε εσύ… Μέγα Αρχιτέκτονα, έκανες μεγάλο λάθος. Σχεδίασες τον Άνθρωπο τα πάντα να μπορεί να καταστρέφει. Που έχει την ύψιστη της νοημοσύνης την ισχύ, κι αλλοίωσε τη φύση, υπάκουσε σε ανύπαρκτους θεούς κι ερμήνευσε με φόνους τα ιερά Σου κείμενα, που Εσύ δεν έγραψες ποτέ. Που μάγισσες τις έκαψε, γυναίκες τις εβίασε, βιβλία αλήθειας έσκισε κι ορφανά χιλιάδες άφησε που αργότερα γινήκαν σκλάβοι με αλυσίδες και καρφιά.
Το χέρι το καλό μου ακόμα στάζει αίμα. Τραυμάτισα τον εαυτό μου. Είναι δίκαιο να ματώσω, το αίμα μου να τρέξει, εγώ που φρίκη δεν γνώρισα ποτέ. Δεν είναι μια απλή πληγή, είν’ σημάδι φόρος τιμής για μένα ταπεινός. Πιο μεγάλο πόνο δεν μπορώ σ’ εμένανε να φτιάξω, ίσως είμαι δειλή να νιώσω αυτό που νιώσανε ψυχιές μυριάδες. Τη μαύρισα ξανά την γαλάζια μου ψυχή, φαρμάκωσα το μικρό αθώο κορίτσι που ζει μέσα μου βαθιά. Η ψυχή του πονάει πιο πολύ απ’ το ματοβαμμένο μου το χέρι και τα πληγιασμένα μου τα πόδια. Δεν μπορεί, καταραμένη είμαι.
Οδηγώ ξυπόλητη μέσα στη νύχτα, μα η κούρασή μου δεν είναι αρκετή να με κοιμίσει. Έχω μια υπόθεση ξανά να κλείσω. Πριν από λίγο είδα τις ψυχές και τώρα πρέπει ηρεμήσω, να γιατρευτώ ξανά, στον κόσμο να γυρίσω και το μικρό κορίτσι μέσα μου να το ξυπνήσω. Στο σπίτι μου δεν πάω, για άλλο τόπο τώρα ταξιδεύω, δύσβατο και σκοτεινό, της γέννησης του συμπάντος το φως να συναντήσω, να θυμηθώ εκείνη τη μεγάλη, την υπέρτατη εικόνα, μήπως και τον Μέγα Αρχιτέκτονα κατανοήσω.
Απόψε, στέγη εγώ δεν έχω, μα σπίτι εγώ θα βρω.
