Η Πέππα το γουρουνάκι
του VIX.
Ο κολλητός μόλις χώρισε. Έφυγε κακήν κακώς από το σπίτι. Πήρε μαζί του τα δύο laptop, μία τσάντα ρούχα που έβαλε μέσα με βιασύνη ότι βρήκε, τα γυαλιά του, τα ξυριστικά, την οδοντόκρεμα και την οδοντόβουρτσα και φυσικά δεν ξέχασε τον νυχοκόπτη.
Κάποια άλλη μέρα πήρε με το ζόρι κάποια από τα ρούχα του και το μαγιό, για να πάμε επιτέλους για ένα μπάνιο. Πήγαμε για μπάνιο. Απλώνει την πετσέτα στην ξαπλώστρα. Να σου η Πέππα το γουρουνάκι.
- Τι είναι αυτό ρε; Που τη βρήκες την πετσέτα;
- Πήγα στα εποχιακά και δεν είχε άλλη μεγάλη. Πήρα την Πέππα.
Φανταστείτε τώρα δύο τύπους στη παραλία και ο ένας να έχει πετσέτα την Πέππα το γουρουνάκι. Και να ‘λεγα ότι είχε κόρη, να πω εντάξει, την είχε. Αυτός την αγόρασε τώρα.
Τελειώνει αυτή η δοκιμασία και πάμε στο σπίτι του να φάμε κάτι.
- Τι θα φάμε;
- Πίτσα.
- Γιατί πίτσα;
- Θες σουβλάκια;
- Δεν γίνεται να πάρουμε κάτι μαγειρευτό; Μεσημέρι είναι.
- Δεν έχω πιρούνια. Θα φάμε με τα χέρια.
Παραγγέλνει. Μαζί με την πίτσα ζήτησε και 3 πλαστικά ποτήρια.
- Τι τα θες τα πλαστικά ποτήρια;
- Δεν έχω ποτήρια και η μπύρα δεν πίνεται με τη χούφτα. Έχουμε θέμα σοβαρό.
Πάω στο μπάνιο για την ανάγκη μου μετά τις πρώτες μπύρες. Βλέπω ένα σφουγγάρι που είχε σχήμα ένα τραινάκι. Ατμομηχανή για να είμαι πιο σωστός. Παιδικό σφουγγάρι.
- Που το βρήκες αυτό το σφουγγάρι;
- Το βρήκα μπροστά μου στο LIDL.
- Καλά δεν είχε άλλο;
- Είχε ένα ροζ κοριτσίστικο.
- Θα ταίριαζε με την Πέππα. Αυτό έπρεπε να πάρεις.
Μας πήρε η νύχτα στο σπίτι. Κάνω μια βόλτα να δω τα δωμάτια. Περίμενε μου λέει. Βγάζει τη λάμπα από το σαλόνι που δεν είχε φωτιστικό. Ένα καλώδιο με ντουί είχε. Την πάει στο άλλο δωμάτιο, ανάβει το φακό στο κινητό και μου λέει «κράτα να βλέπουμε». Βιδώνει τη λάμπα και όλα εντάξει. Σβήνει το φακό από το κινητό.
- Τι έγινε ρε συ; Δεν έχεις λάμπες.
- Μου έδωσε ένα φωτιστικό δαπέδου χωρίς λάμπα.
- Μάλιστα. Και γιατί δεν πήρες άλλες.
- Εξοδα… πολλά έξοδα. Δικηγόροι, συμβολαιογράφοι…
Το σπίτι είχε απλωμένα διάφορα εργαλεία. Οι δουλειές δεν έχουν τελειώσει.
- Μμμμ από εργαλεία όμως είσαι οκ.
- Δεν είναι δικά μου. Είναι του αδερφού μου.
- Μα καλά, δεν είχες εργαλεία;
- Ήταν συμφωνημένο να τα πάρω. Υπέγραψα στη λίστα ότι τα πήρα χωρίς να το τσεκάρω. Τη ρώτησα «από εργαλεία τι κράτησες;» Μου είπε μόνο τα κατσαβίδια. Βάζω την υπογραφή και αυτό ήταν. Όταν τα ζήτησα που είπε ότι έχω υπογράψει.
- Και τι θα κάνεις;
- Χέσε με. Το είπα και μου είπε ότι θα τα δώσει. Την παίρνω τηλέφωνο, δεν το σηκώνει. Στέλνω mail, δεν απαντά. Δεν θα ασχοληθώ άλλο.
Σταθερό τηλέφωνο δεν είδα πουθενά. Έχει όμως WiFi αλλά εγώ router με αυτά τα πράσινα λαμπάκια δεν βλέπω.
- Τηλέφωνο έχεις;
- Όχι. Έχω το κινητό.
- Και Internet πώς έχεις.
- Τράβηξα ένα καλώδιο από κάτω, από τον αδερφό μου.
Κοιτάζω το γραφείο του. Σένιο! Το ξανακοιτάζω και τι να δω; Είχε το λογότυπο μιας πολύ γνωστής εταιρείας.
- Που το βρήκες το γραφείο;
- Πήρα τηλέφωνο στην προηγούμενη δουλειά και ζήτησα να μου δώσουν ένα.
- Και σου έδωσαν;
- Δεν τσακώθηκα όταν έφυγα.
- Και πώς τα κουβάλησες αυτά;
- Έφερε ο αδερφός μου το βαν από την εταιρεία που δουλεύει και τα φορτώσαμε.
Γραφείο, συρταριέρα, ερμάρια και μια καρέκλα σούπερ. Ήταν συμφωνημένο να πάρει μια άλλη καρέκλα από το παλιό σπίτι αλλά ξέχασε να την βάλει στην επίσημη λίστα και δεν του την έδωσε. Πάει η καρέκλα κι ας ήταν δώρο από την δουλειά του. Ευτυχώς του έδωσαν άλλη από την προηγούμενη δουλειά του μαζί με το γραφείο.
Δύο δηλαδή του έδωσαν και τη δεύτερη τη χάρισε.
Μια χαρά πετσέτα είναι η Πέππα το γουρουνάκι.
