Ιστορίες για την ποίηση…
Άνν Σέξτον, Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
«Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;»
Η Άνν Σέξτον ( 1928- 1974) θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες για το φεμινιστικό κίνημα του 20ου αιώνα, καθώς και η σημαντικότερη εκπρόσωπος του ρεύματος της εξομολογητικής ποίησης. Ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία τριάντα χρονών, μέχρι τότε προσπαθούσε να υιοθετήσει τον κοινωνικό ρόλο που της είχαν επιβάλει, εκτελώντας καθήκοντα μητέρας, νοικοκυράς και συζύγου, μέχρι που ήρθε το μεγάλο ξέσπασμα.
«Δεν ήξερα ότι είχα οποιοδήποτε δημιουργικό βάθος. Ήμουν θύμα του Αμερικανικού Ονείρου. Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί. Όμως δεν μπορείς να χτίζεις μικρούς λευκούς φράχτες για να κρατήσεις έξω τους εφιάλτες. Η επιφάνεια ράγισε όταν ήμουν εικοσιοκτώ. Υπέστην ψυχωτική κατάρρευση και προσπάθησα να αυτοκτονήσω.»
Μέσα από την ποίηση η Άνν κατάφερε να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της ως γυναίκα και να βρει ένα καινούργιο νόημα για την ζωή, η οποία μέχρι τότε την άφηνε σε μεγάλο βαθμό αδιάφορη και ανικανοποίητη. Έγραψε για τις πιο βαθιές πληγές της, για τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας, για τις ψυχιατρικές νοσηλείες της, για τον αλκοολισμό του πατέρα της για την βαθιά επιρροή της μητέρας της, για τη μητρότητα, τη τρέλα και φυσικά για το αγαπημένο της θέμα, τον θάνατο και την αυτοκτονία.
Πηγή.: https://poihtikomixer.wordpress.com/
