Μαυροδάφνη, μανταρίνι και βερίκοκο
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Γιορτάζω και κόσμος έφτασε στο σπίτι, μία ευχή να πάρω και ένα κέρασμα να δώσω. Άνθρωποι καλοί και φίλοι, έρχονται με δώρα, τα σταυρωτά φιλιά τους θα ανταλλάξουμε. Ένα καλό φαγητό θα έχουμε, δοσμένο απ’ την ψυχή μου. Η παρέα τους είναι ανεκτίμητη, είναι άυλος χρυσός.
Στον κήπο μου καθίσαμε, απεριτίφ και αναψυκτικό να γευτούμε. Στο τραπέζι κάτσαμε, σερβίραμε τα φαγητά και μία πρόποση την είπαμε με των Πατρών τη μαυροδάφνη. Υγεία!
Κι ήρθε η ώρα του γλυκού. Ένα σωρό αγορασμένα περίτεχνα γλυκά υπάρχουν στο ψυγείο μου. Δώρα ακριβά από τ’ ακριβότερα οι φίλοι μου μου φέραν.
Τα έβαλα στην άκρη, δεν είναι αυτά για μας. Τους έχω μία έκπληξη πολύ γλυκιά, που στην πατρίδα φτιάχτηκε με κόπο και μεράκι. Ένα γλυκό ξεχωριστό για τον καθέναν, οι άλλοι μεταξύ τους να ζηλέψουν.
Της Πελοποννήσου τα ξινά, τα πήρε η θεία μου με κόπο και τα ‘κανε γλυκό. Για σένα περγαμόντο. Ο διπλανός σου θα φάει το λεμόνι. Η σύζυγος νεράντζι. Ο Γιόχαν θα φάει κάστανο και το παιδί του σύκο. Για σας έχω κυδώνι κομμένο σε λωρίδες. Για την καλή μου φίλη ένα καρυδάκι. Για την κόρη της κεράσι τραγανό. Για τον παππά κράτησα καρπούζι. Όλοι γεύτηκαν τις γεύσεις της Ελλάδας, από σπίτι καμωμένες. Ο καθείς έτρωγε αργά να μην τελειώσει και κοίταζε με ζήλια του άλλου το γλυκό.
Για μένα κράτησα το μανταρίνι. Ολάκερο φτιαγμένο με τη φλούδα λες και το κόψαν πριν από λίγο. Με ζωντανά τα χρώματα που το σιρόπι κράτησε και τη γυαλάδα τους προσφέρει. Λες κι είναι ψεύτικο, μα όμως είναι αληθινό. Όλοι το κοίταζαν με θαυμασμό και απορία γιατί ανέγγιχτο το έχω, ενώ οι άλλοι έχουν τελειώσει τα δικά τους. Μα η έκπληξη δεν τέλειωσε ακόμα. Την καλή τη ζήλια ήμουν σίγουρη πως θα την είχαν. Ακόμα ένα κομμάτι μανταρίνι μοιράστηκε σε όλους, την ίδια γεύση να ‘χουμε στο τέλος μοιρασμένη.
Και για την τελευταία ευχή, ένα λικέρ βερίκοκο θα πιούμε. Εις υγείαν!
