Της πατρίδας μου η σημαία,
Χρίστος Σαπρίκης

~~~
«Της πατρίδας μου η σημαία,
Και στη μέση χαραγμένο
έναν κάτασπρο σταυρό…»
…μας έβαζε η δασκάλα να τραγουδάμε τέτοιες μέρες. Κι εμείς όλο περηφάνια συναγωνιζόμασταν για το ποιος θα το πει καλύτερα, φανταζόμασταν μάχες ενάντια στους κακούς εχθρούς (Τούρκους κατά προτίμηση ανεξαρτήτου εθνικής εορτής) καβάλα σε άσπρα άλογα με τη γαλανόλευκη να κυματίζει.
Από κάτω, οι θεατές της γιορτής, μανάδες, πατεράδες, παππούδες και γιαγιάδες χειροκροτούσαν όλο καμάρι. Και μερικοί χειροκροτούσαν με περισσότερο πάθος από τους άλλους, και μάλιστα επαναλαμβάναν κι αυτοί τρις το σύνθημα που μας έβαζε να λέμε ο Διευθυντής κλείνοντας τη γιορτή. «Ζήτω η Πατρίς!, Ζήτω το Έθνος!, Ζήτω ο στρατός μας!»
~~~
Πέρασαν τα χρόνια και όταν ήταν να πάμε να υπηρετήσουμε τη «μαμά πατρίδα» οι γονείς των περισσοτέρων τρέχανε στον βουλευτή για να μην πάει το παιδί στα σύνορα αλλά να λουφάρει κάπου «κοντά». Και μετά στον γνωστό του γνωστού ταγματάρχη για να πάρει άδεια στις γιορτές. Το δε θαυμαστό ήταν ότι αυτοί που χειροκροτούσαν περισσότερο «στας εθνικάς εορτάς», αυτοί που φωνάζανε με πάθος «Ζήτω η Πατρίς!, Ζήτω το Έθνος!, Ζήτω ο στρατός μας!», ήταν οι πρώτοι που έτρεχαν. Και πάλι πρώτοι ξαναέτρεχαν στον βουλευτή για να διοριστεί το παιδί στο δημόσιο μόλις απολυθεί.
Σε αυτή την πατρίδα της υποκρισίας μεγαλώσαμε, μπήκε αργότερα και «το άλλο μισό του φεγγαριού» στο παιχνίδι, είδε τη γλύκα του βολέματος, και οδηγηθήκαμε σ´ ένα κράτος ανερμάτιστο, με εύκολες μεγάλες κουβέντες, ανέξοδες μαγκιές και μικρά έργα.
Με τους από δεξιά να μιλάνε για «ιδεολογικές ηγεμονίες της αριστεράς» (sic) τρομάρα τους, και τους από αριστερά να φαντασιώνονται λαϊκά κινήματα που ανατρέπουν πολιτικές απλά βολτάροντας με σημαιάκια Χαυτεία – Σύνταγμα, επίσης τρομάρα τους.
~~~
Σε αυτή την πατρίδα της υποκρισίας μεγαλώνουμε όπου ενώ 30 με 50 συμπολίτες μας αφήνουν καθημερινά τους τελευταίους μήνες τον μάταιο τούτο κόσμο από τον κορονοϊό επιμένουμε στις γιορτές και τα πανηγύρια για να δείξουμε (σε ποιους άραγε;) ότι επιστρέψαμε στην «κανονικότητα» και νομίζοντας ότι έτσι τονώνουμε το περίφημο «εθνικό φρόνημα!»
Τρομάρα μας.