Φρέσκα

Μην έρθετε…

της Βασιλικής Δραγάτση

 

Όταν κατάλαβε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες, θέλησε να μείνει μόνος του … Νοίκιασε ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο στην Κηφισιά και κατέβαινε στην Αθήνα για να μας δει. Εκείνο το Σάββατο το απόγευμα τηλεφώνησε να πάμε με τη μάνα μου να τον συναντήσουμε στο καφενεδάκι απέναντι από τον σταθμό της Κηφισιάς. Τώρα ανήκει σε κάποια αλυσίδα, τότε όμως ήταν ένα απλό καφενείο με τσιμεντένιες κολώνες και αυλή.
Ετοιμασθήκαμε, αλλά λίγο πριν φύγουμε , χτύπησε πάλι το τηλέφωνο: «Μην έρθετε», είπε . Εγώ ένιωσα μια κάποια ανακούφιση , δεν θα πέθαινε κανένας, έτσι δεν είναι ; Η μάνα μου, όμως , ξαφνικά είπε: «σήκω, πάμε»…
Και πήγαμε κι ήταν εκεί στο καφενείο ,σ’ ένα γωνιακό τραπέζι και μας περίμενε… Χαμογέλασε! Η αλήθεια είναι ότι είχα θαυμάσει τόσο πολύ την αγάπη, τη διαύγεια της μάνας μου . Πόσο καλά ξέρεις έναν άνθρωπο, πόσο τον αφουγκράζεσαι, όταν νιώθεις ότι το «μην έρθεις» είναι ένα απεγνωσμένο «έλα»!
Ίσως βέβαια και όλο αυτό να είχε μια πολύ πιο πεζή ερμηνεία…. Δεν έχει και πολλή σημασία , τελικά: σε κάθε τι -πράξη, εικόνα, γεγονός- βλέπουμε αυτό που καθρεφτίζεται, αυτό που δειλά αχνοφέγγει μέσα μας…

Κηφισιά δεκαετία 60 -70