ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟ
❀❀❀❀❀
«Στην Τίρυνθα με τον Δ. μοιραζόμασταν το ίδιο κελί. Εγώ έβγαζα δέκα χρόνια φυλακή (γιατί όπως και να το κάνεις η ένοπλη ληστεία δεν είναι καλό πράγμα κι ας κρατούσα μόνο τσίλιες) κι ο Δ. είχε τρεις φορές ισόβια. Δεν ξέρω πως είναι να αρπάζεις το κουζινομάχαιρο και να σφάζεις τη γυναίκα σου και τον εραστή της.
Στη δίκη του δεν καταδέχτηκε ούτε μια λέξη να πει… Κάτι για να ελαφρύνει τη θέση του. Άκουσε την ποινή, μπήκε στην κλούβα, πήγε όπου ήταν να πάει και δεν ξαναμίλησε ποτέ γι’ αυτό. Ούτε εφέσεις ούτε τίποτα. Εγώ σε 5-6 χρόνια θα έβγαινα (γιατί στις αγροτικές φυλακές μια μέρα πιάνεται για δύο), ο άλλος δεν θα έβγαινε ποτέ. Και το ήξερε.
Όταν τελείωνε η βάρδια, εμείς γυρίζαμε στο εστιατόριο, στα κελιά μας, στον προαυλισμό και στη βιβλιοθήκη. Αυτός έγερνε μια ώρα και ύστερα ξεκινούσε πάλι για κάτι που δεν το είχε επιβάλλει κανένας.
Γέμιζε ένα γκαζοτενεκέ από τη βρύση της αυλής, έκανε δύο χιλιόμετρα ανηφόρα, πήγαινε, πότιζε ένα δεντράκι που είχε φυτέψει στην κορφή του λόφου, επέστρεφε, ξαναγέμιζε (πέντε έξη φορές σερί) και σταματούσε, μόνο όταν νύχτωνε.
20 χρόνια αργότερα έμαθα από φίλους που έβγαλαν και αυτοί ποινή στη Τίρυνθα ότι το δεντράκι είχε γίνει ένα πουρνάρι είχε γίνει ένα δεντράκι 5 μέτρα. Κι αυτός; Αυτός εκεί. Κάθε μέρα την ίδια διαδρομή. Φορτωνόταν τον γκαζοτενεκέ και ξεκινούσε για το βουνό.
Ύστερα έμαθα πως πέθανε. Αν περάσεις όμως από την εθνική και ξέρεις κατά που να κοιτάξεις, θα δεις πέρα, πάνω στο λόφο το πουρνάρι. Σημάδι πως πέρασε κι αυτός από τούτη δω την παληοζωή. Κι ας μην το ξέρει κανείς. Ας μη νοιάζεται κανείς. Αυτό το δέντρο εκεί πάνω, αυτός το ανάστησε. Είναι το δικό του δέντρο.»
