Το ανέβασμα
του Αργύρη Νικολάου
Έριξε το σακάκι στους ώμους και βγήκε στο μπαλκόνι. Η βροχή συνεχιζόταν αμείωτη. Τα λούκια τρίζανε από το πολύ νερό και οι δρόμοι είχαν μεταβληθεί σε ποτάμια. Ο φράχτης, τα λουλούδια, τα δέντρα της αυλής λύγισαν. Ένας γείτονας έβριζε τον καιρό κι ένας άλλος υπέμενε την γκρίνια της γυναίκας του για το τριφύλλι που έμεινε στο χωράφι.
Μέσα σ’ αυτό το χαλασμό ένα πράμα έμενε σταθερό: η έκφρασή του. Ήρεμη, σαν αυτό το κακό να μην αφορούσε τον ίδιο, σαν να μην ήταν αυτός που θα έτρεχε πρώτος μετά να θεραπεύσει τις πληγές ή να συντρέξει τους άλλους.
Απ’ όσο ξέρω όμως έτσι ήταν σε όλα. Σ’ ό,τι έκανε έβαζε όλο του τον εαυτό. Γι’ αυτόν δεν υπήρχε μικρή και μεγάλη πράξη. Το κλάδεμα ενός δέντρου και η ανάγνωση ενός βιβλίου είχαν το ίδιο βάρος. Η καλημέρα, το δόσιμο του χεριού προς χαιρετισμό, το κέρασμα κάνανε μεγάλες χαρές όταν έμπαινε στο καφενείο. Αντίθετα, η κλάψα, η φλυαρία, η επίδειξη, ο κομπασμός, η γενικευμένη πρεμούρα για την εμφάνιση ή την υγεία τρέχανε να κρυφτούν. Το ρίξιμο του φταιξίματος στους άλλους και η επίκληση σε ανώτερες δυνάμεις δεν είχαν θέση στον κόσμο του. Η μια φορά που τον άκουσα να επικαλείται τη μάνα του, κι αυτό γιατί σμίξανε οι ανάσες μας, φαντάζομαι δε πιάνεται.
Τέτοια ήταν η πάστα του που και μόνο η παρουσία του αρκούσε. Τολμώ να πω πως άλλο από ανέβασμα δεν ήξερε. Ήταν τόσο διαποτισμένος απ’ αυτό που ανέβαινε κι όταν όλοι οι άλλοι κατέβαιναν. Αμέτρητες οι φορές που οι φίλοι τον αποθάρρυναν τονίζοντας ο ένας το μάταιο των εγχειρημάτων του κι άλλος το αδύνατο. Τόσες και περισσότερες οι φορές που του βάλανε εμπόδια οι εχθροί του. Ακόμα κι όταν όλους τους είχε απορροφήσει η μεταπολιτευτική αθλιότητα εκείνος έμεινε σταθερός στο ανέβασμα. Την ύστατη ώρα, να σκεφθείτε, ήταν έτοιμος να ανέβει πάλι. Από αμηχανία, από φόβο, από ντροπή, που δε θα ΄χαμε τίποτα να θάψουμε, τελευταία στιγμή τον συγκρατήσαμε.

Man walking on floor free stock photo, https://jooinn.com/man-walking-on-floor-2.html