Σημείωσε, δε, πως για τον ίδιο ήταν ένα «έργο αγάπης», καίτοι γνωρίζει τα εμπόδια που μπορεί να συναντήσει ο σημερινός αναγνώστης. Αναφέρει: «Είναι η σχεδόν άγνωστη γλώσσα που χρησιμοποιεί, αλλά και ο ακατάληπτος κόσμος που περιγράφει, καθώς δεν υπάρχει πλέον ώστε να τον κατανοήσουμε». Γι’ αυτόν τον λόγο, οι σημειώσεις και τα σχόλια λειτουργούν ως γέφυρες με το παρελθόν και το έργο. «Πρόθεσή μου ήταν να διαβαστεί το έργο από τους νέους ανθρώπους. Τα σχόλια και οι σημειώσεις είναι λαογραφικές, υφολογικές και γραμματολογικές και εξηγούν πράγματα που ο σημερινός αναγνώστης δεν γίνεται να γνωρίζει», λέει ο κ. Σταμάτης.
Στο προφανές ερώτημα γιατί η «Φόνισσα» εξακολουθεί να μας απασχολεί, η απάντησή του είναι κατηγορηματική: «Εχουμε να κάνουμε με ένα έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πρόκειται για το κορυφαίο έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ενα δυνατό ψυχογράφημα με αρκετές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα που έγραψε ο Παπαδιαμάντης. Η Φραγκογιαννού (σ.σ: η κεντρική ηρωίδα) είναι αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης να ζει και να λειτουργεί κανείς μέσα στη φύση της ύπαρξης. Είναι μια δυναμική γυναίκα που οδηγείται σε ακραίες πράξεις, ενώ στο τέλος δεν ξέρουμε αν τιμωρήθηκε από τον Θεό ή την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Η ύστατη σκηνή, η λύτρωση διά του νερού, είναι καθοριστική για την ιστορία. Οι συμβολισμοί του έργου είναι πολλοί και έλκουν την καταγωγή τους από την Παλαιά Διαθήκη και τη δημοτική παράδοση. Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως το φαινόμενο της θηλυκτονίας ήταν υπαρκτό και οι παλαιότεροι το γνωρίζουν. Σε περιοχές μακριά από τα αστικά κέντρα, πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν σ’ αυτήν για να μη δώσουν προίκα στις κόρες και να μην κατατμηθεί η μικρή περιουσία της οικογένειας. Η “Φόνισσα” είναι έργο για μελέτη κι όχι για απλό διάβασμα. Ο επαρκής αναγνώστης θα χρειαστεί πολλαπλά κοιτάγματα και ψάξιμο κάτω από το υπέδαφος των λέξεων».
«Στο μυαλό του για χρόνια»
Εξ αντικειμένου, ο Παπαδιαμάντης δεν χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να σχηματοποιήσει το έργο. Οπως αναφέρει ο κ. Σταμάτης: «Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς της εποχής του, ο Παπαδιαμάντης γράφει για βιωμένα πράγματα και δεν επινοεί. Τα έργα του δεν είναι πεποιημένα. Η ζωή του, η ψυχή του και ο τρόπος που ζούσε συμπίπτουν με το έργο του. Εγραφε για ό,τι μπορούσε να περιγράψει».
Η «Φόνισσα» βρίσκεται στην κορωνίδα της εργογραφίας του διότι όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο επιμελητής της έκδοσης: «Δεν την έγραψε ούτε τυχαία ούτε ξαφνικά. Την είχε στο μυαλό του για χρόνια. Είχε προϋπάρξει μια δεύτερη αποτυχία να εκδώσει βιβλίο και ήταν ήδη κουρασμένος και απογοητευμένος από τη ζωή».
Οι ψηφίδες της ζωής του Παπαδιαμάντη εξηγούν γιατί έγραψε με τον συγκεκριμένο τρόπο. Ο κ. Σταμάτης αναφέρει ακροθιγώς: «Ο Παπαδιαμάντης έγραφε για το κρασί και τα τσιγάρα του. Ηταν ευαίσθητος, μονήρης και πένης. Ενας άγιος-αμαρτωλός, που όμως χόρευε με το στασίδι όταν έψελνε. Εζησε μια ζωή εν Χριστώ, δηλαδή με το καλό, όπως ο Ντοστογιέφσκι, αν και ο ίδιος αρνιόταν σθεναρά όταν του έλεγαν πως μοιάζει με τον Ρώσο συγγραφέα. Είχε ανάγκη για επιβίωση και λογοτεχνική έκφραση. Ο Παπαδιαμάντης είναι για την πεζογραφία ό,τι ο Σολωμός για την ποίηση».
