ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ…Στο δρόμο
Απόσπασμα
Το μυθιστόρημα Στο δρόμο (1957) του αμερικανού λογοτέχνη Τζακ Κέρουακ (Jack Kerouac, 1922-
1969) άσκησε μεγάλη επίδραση στην κουλτούρα της Δύσης –ιδίως στις ανήσυχες δεκαετίες του ’60
και του ’70– ως πρωτοποριακό δείγμα της λεγόμενης «γενιάς των Μπητ» (από το beat, ρυθμός), ή
«λογοτεχνίας του δρόμου», όπως θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε. Σε αυτήν μυθοποιείται η
απόδραση από το αστικό περιβάλλον και τις συμβάσεις του, η περιπλάνηση, το ωτοστόπ, η φυγή προς
το άγνωστο με το αυτοκίνητο, ο ανοιχτός δρόμος, η περιπέτεια. Το ίδιο το αυτοκίνητο έχει κεντρικό
ρόλο στην αφήγηση και αναδεικνύεται σε σύμβολο ελευθερίας, επειδή κάνει δυνατή τη (δι)έξοδο από
τα όρια μιας κοινωνίας την οποία οι ήρωες αρνούνται.
❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀❀
Είχε ψιλή βροχή και μυστήριο απ’ την αρχή του ταξιδιού. Καταλάβαινα πως όλο αυτό
θα κατέληγε σε μια μεγάλη εποποιία ομίχλης. «Ούου!», ξεφώνισε ο Ντην. «Ξεκινάμε!». Κι
έσκυψε πάνω στο τιμόνι και τού ’δωσε να καταλάβει· ήταν και πάλι στο στοιχείο του, τό
’βλεπες. Πετούσαμε όλοι στα σύννεφα, όλοι μας καταλαβαίναμε πως πίσω μας αφήναμε
τη σύγχυση και το παράλογο κι ότι εκτελούσαμε το μοναδικό κι ευγενικό μας λειτούργημα
στο χρόνο, την κίνηση. Και κινιόμασταν! Περάσαμε σαν αστραπή, κάπου μέσα στη νύχτα
του Νιου Τζέρσυ, τα μυστηριώδη λευκά σύμβολα που δείχνουν: ΝΟΤΟΣ (μ’ ένα βέλος)
και ΔΥΣΗ (μ’ ένα βέλος). Και κάναμε προς Νότο. Νέα Ορλεάνη! Φάνταζε στη σκέψη μας.
Αφήνοντας τα βρώμικα χιόνια της «Παγωμένης κι αποκαμωμένης Νέας Υόρκης», όπως
την έλεγε ο Ντην, τρέχαμε προς τη βλάστηση και τις ποταμίσιες μυρωδιές της γέρικης Νέας
Ορλεάνης, τον πεντακάθαρο πάτο της Αμερικής· μετά προς τα δυτικά. Ο Εντ ήταν στο πίσω
κάθισμα· η Μεριλού, ο Ντην κι εγώ καθόμασταν μπροστά και κουβεντιάζαμε με πάθος για
τις καλοσύνες και τη χαρά της ζωής. Ο Ντην έγινε ξαφνικά τρυφερός. «Τώρα, διάβολε,
κοιτάξτε όλοι σας, πρέπει να παραδεχτούμε όλοι μας, πως όλα είναι ωραία και πως δεν είναι
ανάγκη ν’ ανησυχούμε σ’ αυτό τον κόσμο και, πράγματι, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι
μπορεί να σημαίνει για μας να ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ότι ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ δεν
έχουμε ν’ ανησυχούμε για ΤΙΠΟΤΑ. Δεν έχω δίκιο;» Ήμασταν όλοι σύμφωνοι. «Εμπρός,
πάμε, όλοι μαζί… Τι κάναμε στη Νέα Υόρκη; Ας τα ξεχάσουμε». Όλοι είχαμε αφήσει εκεί
πέρα τους καβγάδες μας. «Όλ’ αυτά είναι πίσω μας, πίσω από μίλια και κατηφοριές. Τώρα
κατευθυνόμαστε για τη Νέα Ορλεάνη για να βρούμε τον Ολντ Μπουλ Λη·* δεν θά ’ναι υπέροχα, ε; κι έπειτα ακούστε, αν θέλετε, αυτό το γερο-τενόρο που ξελαρυγγίζεται» –δυνάμωσε
τόσο την ένταση του ραδιοφώνου που το αυτοκίνητο έτριζε– «και ακούστε τον να λέει την
ιστορία του, και βρείτε έτσι την αληθινή ανάπαυση και τη γνώση».
Χοροπηδούσαμε όλοι με τη μουσική και συμφωνήσαμε. Η καθαρότητα του δρόμου. Η
λευκή γραμμή στη μέση του αυτοκινητόδρομου ξετυλιγόταν και έγλειφε το μπροστινό αριστερό μας λάστιχο σαν νά ’ταν κολλημένη στην πλώρη μας. Ο Ντην έσκυβε τον μυώδη του
λαιμό, ήταν με τη φανέλα εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα, και οδηγούσε το αυτοκίνητο κατευθείαν μπροστά.
