Night Sky 2
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Ένα φύσημα άκουσα και είδα μια σκιά μεγάλη, τόσο μεγάλη που τη σελήνη έκρυψε και σκοτάδι με έλουσε κι ένιωσα φόβο μεγάλο. Ένας αητός περήφανος με ορθάνοιχτα φτερά, με ένστικτο που τα θερμά τα ρεύματα τα τιθασεύει και φαίνεται ακίνητος, ενώ στα αλήθεια η αθόρυβη σκιά του τρέχει. Πέρασε μπροστά μου τρεις-τέσσερεις φορές χωρίς να δώσει κάποια σημασία. Θαρρώ πως είμαι θύμα κι εκείνος είναι θύτης, έτοιμος σάρκα να ξεσκίσει, με κρέας ανθρώπινο τους νεοσσούς του να ταΐσει.
Ώσπου πάτησε στη Γη και το κόκκινο το βλέμμα του εστίασε σε μένα. Και ξάφνου δίπλα του τέσσερεις νεράιδες γυναίκες μέσα από το χώμα αναδύθηκαν. Αυτός δεν είναι αητός είπα μέσα μου. Είναι άνθρωπος ευλογημένος ή άνθρωπος καταραμένος. Αυτός είναι άγγελος ή διάβολος και αναρωτιέμαι τι από εμένανε ζητά.
Η μια νεράιδα είχε όνομα κακό, Εκδίκηση την λέγανε. Την φίλησε στο στόμα και της είπε στην άκρη του γκρεμού να μείνει, εκεί να περιμένει. Η δεύτερη φορούσε νυφικό και στα μαλλιά της είχε του κάμπου άνθη με τέχνη βαλμένα στα κατάξανθα χρυσά μαλλιά της. Ήταν η Καλοσύνη κι εκεί που νόμισα πως αυτή θα συνεχίσει δίπλα του να είναι, με νεύμα την διάταξε να περιμένει. Η τρίτη ήταν όμορφη γριά, λες κι έβλεπα τη μάνα μου όπως ήταν νια κι αρρώστησε κι έμοιαζε με γερασμένη. Ήταν η Σοφία με ένα χαμόγελο μικρό ζεστό και στοργικό που όταν την είδα από κοντά ένιωσα καλά, ένιωσα πως γίνομαι ένα με τη φύση. Η τέταρτη ήταν μια νεκρή με σώμα απ’ τις προνύμφες φαγωμένο, χωρίς τα δυο της μάτια και φορούσε ένα δαχτυλίδι, σαν του πατέρα μου που ήταν το μοναδικό του δώρο. Ήταν η Αρετή που έχει πια πεθάνει, σε αυτόν το κόσμο πια δεν ζει και λόγο δεν μπορεί το στόμα της να εκφέρει.
Άγγιξα με δισταγμό και πάθος τον αητό κι ο άντρας έγινε ψηλός και από τον κόρφο του έβγαλε της Γης το πιο κοφτερό μαχαίρι, στο χέρι μου το έβαλε και τα μακριά μου δάχτυλα τα έκλεισε γερά να το κρατώ. «Τη μία από αυτές θα πρέπει θα σκοτώσεις», με διάταξε χωρίς άλλη κουβέντα να μου πει.
Κι αντί να σπεύσουν οι νεράιδες τις άλλες για να πουν πως πρέπει να σκοτώσω, άρχισαν να με παρακαλούν πως στις ίδιες το μαχαίρι πρέπει με αγάπη να καρφώσω. Η Εκδίκηση είπε πρώτη πως εκείνη πρέπει να πεθάνει. Η Σοφία στ’ αυτί μου, μου ψιθύρισε πως εκείνη πρέπει να φύγει πρώτη. Η Καλοσύνη με ικέτεψε πως γι΄ αυτό που πρέπει να συμβεί, εκείνη πρέπει να λείπει. Στο τέλος έμεινε η νεκρή αμίλητη Αρετή που τη γλώσσα της την έφαγαν αόρατα σκουλήκια, σήκωσε τα σκελετωμένα χέρια της ψηλά κι είδα στο δαχτυλίδι της το φως του φεγγαριού να αντανακλά και τότε θυμήθηκα τι τέρας είμαι εγώ.
«Βάρος μεγάλο αητέ μου δίνεις στις πλάτες μου να σύρω». Μα η εντολή ήταν ξεκάθαρη κι απόφαση τώρα πρέπει να πάρω. Τον κοίταξα στο πρόσωπο. Είχε ένα χαμόγελο περίεργο λες κι ήξερε από πριν τι θα συμβεί, λες και ήξερε ποιο δρόμο θα διαλέξω.
Άφησα το μαχαίρι πάνω στο βράχο να μου πέσει, θόρυβο μεταλλικό να κάνει, της νύχτας την ησυχία να ταράξει, τα στοιχειά να προκαλέσει. Κι όρθωσα της αμαζόνας το ανάστημα κι είπα κουβέντα σοβαρή. «Καμιά σας δεν πρέπει να σκοτώσω. Αν θες άνθρωπε αητέ, εμένανε στον άλλο κόσμο να με στείλεις…»
Και τότε το φεγγάρι έδυσε… Σελήνη μου, αδερφή μου, γιατί με εγκαταλείπεις; Τώρα στα δύσκολα μια αδερφή τη θέλω δίπλα μου εδώ για να με συμβουλέψει, λάθος ούτε μικρό να κάνω…
Κι εκείνος έσκυψε και το μαχαίρι έπιασε. Το κάρφωσε στο χέρι του με μιας και αίμα έτρεξε πολύ, μα το περίεργο γαλήνιο χαμόγελό του δεν έφυγε ποτέ. Έσκυψα και το αίμα του το ήπια. Μια-δυο σταγόνες ξέφυγαν και ένα λουλούδι όμορφο γεμάτο αγκάθια φύτρωσε αμέσως.
«Οι τρεις νεράιδες είναι καλές, μα Εκδίκηση δεν πρέπει να πεθάνει», είπα αργά και καθαρά, λες και έβγαζα χρησμό υπό την μέθη των φυτών. Το μαχαίρι από τη σάρκα του έβγαλα και χωρίς το αίμα να ξεπλύνω, το κάρφωσα και στο δικό μου χέρι, κοιτάζοντας τα μάτια του με βλέμμα παγερό, ενώ ο αγέρας ξύπνησε κι ανέμισε τα άτακτα μαλλιά μου, σαν χέτη άγριου ζώου έμοιαζαν, όμορφη και άγρια να δείχνω. Εκείνος είναι αητός, μα εγώ είμαι λιοντάρι, βασιλιάδες της γης και τ΄ ουρανού, που τον κόσμο διαφεντεύουν.
Η συμφωνία επικυρώθηκε, με αίμα ζεστό ανθρώπινο μπήκε η υπογραφή…
