Το «Μπραχάμι» έχει ιστορία;
Τρίτη αναδημοσίευση από το φύλλο 12 της 26/12/1976, της ιστορικής τοπικής εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΝΩΜΗ που εξέδιδε ο Μάκης Παπούλιας μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αφήγηση της Βασιλικής Λεφάκη, παλιάς κατοίκου της περιοχής, σχετικά με την ζωή και τα έθιμα της προπολεμικής περιόδου του Μπραχαμίου. Ονόματα, τοπωνύμια, εργασίες, εκπαίδευση, κοινωνική ζωή.. παρελαύνουν σε μια γλαφυρή και ρέουσα γλώσσα. Απολαύστε την!
❀❀❀❀❀
Για τους κολλήγους, τα ήθη και έθιμα του τόπου
Συνεχίζουμε σ’ αυτό το φύλλο μας – κι όπως φαίνεται και σε πολλά άλλα – την ιστορία του «Μπραχαμίου» που τόσο πολύ ανταπόκριση βρήκε στους κατοίκους του προαστείου μας. Δημοσιεύουμε σήμερα την αφήγηση της κ. Βασιλικής Λεφάκη (γένος Γ. Κουτσούκου) και στη συνέχεια θα δημοσιεύουμε άλλες αφηγήσεις, ώστε τελικά μέσα από αυτή τη διαδικασία να προσεγγίσουμε όσο γίνεται την ιστορική αλήθεια για τον τόπο μας.
Η επιλογή των προσώπων για τις αφηγήσεις γίνεται αυθόρμητα, δίχως καμιά σκοπιμότητα και ειδικά, όπως ευκολύνει τους συντάκτες αυτής της έρευνας.
Στις αφηγήσεις οπωσδήποτε θα υπάρξουν ανακρίβειες καθώς και λανθασμένα γεγονότα. Η «Ελεύθερη Γνώμη» έχει απλώσει την προσπάθειά της σε πολλές κατευθύνσεις και πηγές και ήδη έχει ένα πλούσιο υλικό το οποίο, επεξεργάζεται και θα δώσει στη δημοσιότητα σύντομα.
Με ικανοποίηση θα δεχτούμε τη συνεργασία οποιουδήποτε, που γνωρίζει και θέλει να συμβάλλει στην προσπάθεια, που αρχίσαμε.
«Η Βουλιαγμένης ήταν καρόδρομος, πιο στενή και από τη Θουκυδίδου ίσα ίσα που περνάγανε δύο κάρα και γινόταν αδιάβατη το χειμώνα από τις βροχές. Εδώ που ‘ναι ο Αγ. Παντελεήμονας, ήταν ένα γεφυράκι εκεί πάντα, το θυμάμαι, ήταν πάντα χαλασμένο. Η Βουλιαγμένης πέρναγε ανάμεσα σε δυο μαγαζάκια, του Καρρά – το κοντοπήγαδο που λένε – και το άλλο στους Τράχωνες στου Γερουλάνου, που σταματούσανε οι κυνηγοί και πίνανε νεράκι. Μετά χαράξανε τη Βουλιαγμένη από πάνω. Άμα το πρόσεξες φαίνεται ακόμα ο δρόμος. Εκεί που είναι τώρα ο κινηματογράφος «ΝΟΡΑ», στο Νάστου, εκεί περνούσε. Πηγαίναμε εκεί για σχοίνα. Τα ‘κοβε ο πατέρας μου και εγώ τα μάζευα. Τον έχανα τον πατέρα μου, ήταν βουνό οι θάμνοι, και περίμενα ν’ ακούσω την αξίνη για τον ξαναβρώ…»
Για τους πρώτους Μπραχαμιώτες, την ιδιοκτησία τους και τη δουλειά τους η κυρά-Βασιλική θυμάται ό,τι είχε ακούσει από τους γονείς της και απ’ ό,τι έζησε η ίδια και μας λέει:
«Οι περισσότεροι ήρθαν από τα Μέθανα σαν κολλήγοι, έδιναν κάτι τις στον τσιφλικούχο, δεν είχαν ιδιοκτησίες. Τα τσιφλίκια ήταν στο Χασάνι, στον Καρρά, στου Καραπάνου (Γλυφάδα). Όλοι αυτοί που ήρθαν από τα Μέθανα κι από αλλού μιλάγανε αρβανίτικα, δεν ξέρανε καθόλου ελληνικά. Πότε αγόρασαν ιδιοκτησίες εδώ στο Μπραχάμι, αν πρώτα αγόρασαν ιδιοκτησίες και μετά δούλεψαν κολλήγοι, αυτό δεν μπορώ να το ξέρω ακριβώς, γιατί κι ο πατέρας μου, Γ. Κουτσούκος, γεννήθηκε εδώ, γύρω στα 1860, η μάνα μου ήταν από τα Μέθανα…»
Την ρωτήσαμε και για την Μάντρα της πλατεία. Και μας είπε μια άλλη εκδοχή.
«Μέσ’ στη μέση της Μάντρας ήταν ένας φούρνος. Μάντρα στην ουσία δεν υπήρχε· ήταν οι πλάτες των σπιτιών. Ήταν χτισμένα όλα γύρω-γύρω, άλλα διώροφα, άλλα ισόγεια, πολύ λίγα είχανε παράθυρο προς τα έξω. Είχανε ένα πορτάκι μικρό και βγαίνανε προς τα έξω. Κλείνανε το πορτάκι το βράδυ, κι ασφαλίζανε τη μεγάλη ξύλινη πόρτα, εγώ δεν την πρόλαβα τη μεγάλη πόρτα. Τους θυμάμαι όλους που ‘χανε τα σπίτια στη μάντρα τη μεγάλη. Ήταν οι Τζανετέοι, οι Στριγγαρέοι, οι Τσιναρέοι και άλλοι. Στο φούρνο ψήνανε το ψωμί τους όλοι. Φαγητά σπάνια ψήνανε. Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ψήνανε κανά μισό αρνί. Κακοπερνούσε ο κόσμος εκείνη την εποχή και δούλευε όλη μέρα. Δεν υπήρχαν τα μέσα. Δεν ήτανε ούτε ένα μαγαζάκι. Η μητέρα μου όταν ήρθε το 1880-90, ανέβαινε την Κυριακή μεσ’ στην πόλη τα μαγαζιά δεν κλείνανε ποτέ.
Για να πάρουν το λάδι, το αλεύρι, τα φασόλια, πηγαίνανε με τα γαϊδουράκια. Εδώ, στου Βαριώτη που λέμε, είχε ένας από τη Βάρη μια αυλή και κει δένανε τα γαϊδουράκια. Ήτανε και σαν ταβερνάκι…»
Για το χτίσιμο των σπιτιών στη Μάντρα η κυρά-Βασιλική δίνει τη δική της εκδοχή:
«Όλα τα κολεγιακά κτήματα είχανε έτσι τους κολίγους. Και στου Γερουλάνου έτσι ήτανε. Και στο Χασάνι τα χτίζανε όλα έτσι. Για ασφάλεια. Ίσως επί Τουρκοκρατίας. Νερό παίρνανε από το πηγάδι που ήταν, από το σημερινό Ηρώον απέναντι, μ’ ένα μαρμάρινο στόμιο και απ’ τα σχοινιά είχε γίνει δάχτυλα-δάχτυλα το μάρμαρο, νόμιζες πως το ‘χε κόψει μηχανή. Παρά πέρα ήταν ένα άλλο, και το ‘χανε φτιάξει ψηλά για να φορτώνουν εύκολα στα ζώα το νερό για τα σπίτια τους.
Ένα οίκημα που είχε δυο δωμάτια ήταν το σχολείο, πίσω από την εκκλησία και μαζί και η Αστυνομία. Ήταν με πάτωμα το σχολείο. Κάτι πόρτες μισοφαγωμένες από την πολυκαιρία. Δυστυχώς, δεν είχαμε βγάλει ποτέ φωτογραφία. Στην πέμπτη τάξη που πήγαινα, θυμάμαι, ήταν πέντε παιδιά. Είχαμε το έξι άριστα και ένας δάσκαλος για όλες τις τάξεις.
Μια χρονιά είχαμε φθάσει όλο το σχολείο 120 παιδιά. Μα ‘ρχόντανε, όμως, κι από του Γερουλάνου, από το Κοντοπήγαδο, απ’ του Καρρά κι από τον Άγιο Γιάννη με τα πόδια. Με το σακουλάκι με το ψωμί τους, γιατί κάναμε και τ’ απόγευμα σχολείο και μένανε και το μεσημέρι εδώ.
Οι κάτοικοι δεν θα ‘τανε περισσότεροι από 200, σας λέω για την εποχή του 1920. Μας είχε κάνει ο δάσκαλος μια φορά ένα χάρτη, ένα σκίτσο του Μπραχαμιού, πώς είναι. Εκεί στου σημερινού Βεργέτη, που το είχε ο Κελέσης, ο ένας πήγαινε για το νεκροταφείο κάτω, ο άλλος για το Καλαμάκι, αριθμούσε και τα σπίτια 110—115. Ακόμα εκεί που ‘χει ο γιος μου σήμερα το καφενείο, αυτή η σειρά πήγαινε ως κάτω. Τα σπίτια βγαίνανε και από την πίσω μεριά. Είχανε και από κει πόρτες. Από κει και πέρα ήταν όλο χωράφια. Μάλιστα, όταν είπε ο Τατάκης να χαρίσει ένα κτήμα για το σχολείο, όλοι λέγαμε, να χαρίσει εκεί κοντά στην εκκλησία. Όταν χάρισε εκείνο που είναι σήμερα το 1ο Δημοτικό Σχολείο, όλοι είπανε: ου τόσο μακριά!
Σπίτια είχε και κει που είναι σήμερα η Τράπεζα, μόνο που ελάχιστα είχανε από πίσω πόρτες. Από κει και κάτω ήτανε μποστάνια»
Την ρωτήσαμε για τις γύρω συνοικίες. Τη Ν. Σμύρνη, την Καλλιθέα, τη Γλυφάδα και μας είπε:
«Η Γλυφάδα ήταν ιδιοκτησία του Καραπάνου που λεγόταν, ότι την είχε αγοράσει από μια γυναίκα, ονόματι Ζωγράφου. Η τεράστια έκταση του Γερουλάνου ήταν ιδιοκτησία πάλι της Ζωγράφου, που την έκανε δωρεά στον Εθνικό Στόλο, απ’ όπου την αγόρασε ο Γερουλάνος.
Για να πας στην Καλλιθέα, που τότε χτιζότανε, το θεωρούσαμε πάρα πολύ μακριά. Εγώ νομίζω, πως δεν είχα πάει ποτέ. Για να ψωνίσουμε, όπως σας είπα, πηγαίναμε στην Αθήνα, ο Άι-Γιάννης δεν υπήρχε σαν συνοικία · ένα ερημοκλήσι ήταν μόνο. Από την οδό Αδριανού φτάναμε στη Φιλοθέης και βγαίναμε στην Μητρόπολη, Ερμού, Αιόλου, για παπούτσια και για κανένα φουστανάκι…»
Και στη συνέχεια θυμάται και μας περιγράφει τις γιορτές, τα πανηγύρια, και τους γάμους στο Μπραχάμι:
«Τον Άγιο Δημήτρη γιορτάζανε αλλά και τ’ Άι-Γιωργιού, μερικές φορές φέρνανε και όργανα, αλλά κυρίως τις γιορτές τις κάνανε στα σπίτια.
Οι γάμοι αρχίζανε την Παρασκευή και τελειώνανε την Δευτέρα. Παρασκευή θα παίρνανε την προίκα της νύφης να την πάνε στο σπίτι του γαμπρού. Από την Πέμπτη φιλενάδες, ξαδέρφες στολίζαν το σπίτι, τα κρεμούσαν όλα, άνοιγαν τα προικιά, ερχόσαντε με τις σούστες τα φορτώνανε, φανταχτερά – φανταχτερά και όπου τα περνούσανε, βγαίναν οι γυναίκες και τα ραίνανε με ρύζι και λουλούδια. Στην πρώτη σούστα καθότανε ένας αδερφός της νύφης, βαστούσε την εικόνα και όταν φτάνανε στο σπίτι του γαμπρού, αν δεν έδινε κάτι ο γαμπρός να κατέβει η εικόνα, δεν κατεβάζανε τα προικιά και τους παίδευε ο γαμπρός. Αυτή την σούστα την στολίζανε θαρρείς και ήταν το σπίτι, βάζανε δύο καρέκλες κάτω μέσα στη σούστα και ρίχνανε το στρώμα, δίπλα στο πάπλωμα, βάνανε δύο-τρεις κουβέρτες φανταχτερές, ωραίες, το νυφικό, άλλα φορέματα ης νύφης, τα μαξιλάρια τα πιάνανε με παραμάνες. Πίσω οι άλλες σούστες με ρούχα, τα χαλκώματα, τα γυαλικά και τα πανέρια. Όταν γυρίζανε από την παράδοση της προίκας έπρεπε να πιάσουνε προζύμι και να ισιώσουνε κουλούρες, μόλις πιάνανε προζύμι ρίχνανε μια ντουφεκιά από του γαμπρού ή της νύφης το σπίτι· όποιος έπιανε πρώτος. Ο γάμος ήτανε ένα μεγάλο γεγονός…»
Συνεχίζοντας η κυρά-Βασιλική αναφέρθηκε σε ένα θέμα με μεγάλο πραγματικά ενδιαφέρον. Μας είπε πώς και πόσες ώρες δούλευαν και τι αποδοχές είχαν.
«Δεν υπήρχε ωράριο, πού ωράριο, από την Ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Η μητέρα μου μου έλεγε ένα περιστατικό με τον γέρο-Στρατηγό. Κάποτε που θερίζανε φύγανε από ένα χωράφι να πάνε αλλού, ενώ σχεδόν είχε αρχίσει να νυχτώνει. Στο άλλο χωράφι ένα χερόβολο δεν κόψανε και είπε ο γερο-Στρατηγός: «Κάτσε ήλιε, κάτσε εργάτη», δηλαδή έκατσε ο ήλιος, κάτσε κι εσύ εργάτη. Τότε η μητέρα μου μας έλεγε πως παίρνανε μιάμιση δραχμή. Είχανε και κανένα μωρό και το βάσταγε να το ταΐσουνε και να το αλλάξουνε στο χωράφι. Για τη χασομέρια τους κρατούσανε μία δεκάρα.»

