Το παλιό αρχοντικό
Βιτάλια Ζίμμερ
Σπουδαία αρχιτεκτονήματα, κάγκελα περίτεχνα, πόρτες ξύλινες με μαστοριά φτιαγμένες, μεροκάματα πολλά από πολλούς, λεφτά με το τσουβάλι δόθηκαν, λίρες θαρρώ πως ήταν.
Ήταν εποχή που πήγαιναν στον φωτογράφο, μια οικογενειακή στιγμή να απαθανατίσουν, για να νικήσουν την θελημένη άνοια των απογόνων.
Ήταν η εποχή που φτωχός και πλούσιος φορούσαν το κοστούμι έναν καφέ στον καφενέ να πιούν. Μόνο που ο πλούσιος είχε κοστούμια τέσσερα και ο φτωχός μονάχα ένα. Και σαν έπαιρναν και το παιδί μαζί, ένα υποβρύχιο βανίλια πρόσφεραν, παιδική απόλαυση μεγάλη, μες την καρδιά σου πήγαινε η ζάχαρη και το άρωμα της φύσης.
Ήταν η εποχή που η γυναίκα σπίτι έμενε, μόνο περίμενε γάμους και βαφτίσια και καμιά γιορτή ονομαστική να δει άλλον άνθρωπο. Μια ρόμπα ολημερίς στο σπίτι φόραγε και περίμενε καρτερικά να γυρίσει ο αφέντης κι όχι ο σύζυγος απ’ τη δουλειά, τραπέζι στρωμένο για να έχει, ζεστό φαΐ να του προσφέρει. Και μετά τα πιάτα μάζευε, τα έπλενε στο χέρι κι αφέντης έναν ύπνο μεσημεριανό απολάμβανε εκεί στην πολυθρόνα.
Ήταν η εποχή, που όταν έκλεινε η πόρτα του σπιτιού, έκλαιγε ο ήλιος μας.
Ήταν η εποχή, που ο ήλιος άρχιζε να φέγγει ο κόσμος ξύπναγε κι αυτός.
Μπήκα μέσα με δισταγμό και φόβο για το τι θα αντικρύσω. Κι είδα μπροστά μου ένα τραπέζι με τέσσερεις καρέκλες, σκονισμένα και αράχνες παντού να έχουν κατακτήσει το χώρο σε διαστάσεις τρεις, παγίδες να έχουν στήσει, να φάνε κι αυτές ανυποψίαστα έντομα.
Προχώρησα δειλά-δειλά και το ξύλινο πάτωμα άρχισε να τρίζει. Αν ζει κανείς εδώ, τώρα με έχει ακούσει, η παρουσία μου παύει να είναι κρυφή. Προχώρησα λίγο ακόμα και την μεγάλη κάμαρα την βρήκα. Μέσα ήταν ένα κρεβάτι με σίδερα περίτεχνα φτιαγμένο, στρωμένο με σεντόνια και μια κουβέρτα στο χέρι πλεγμένη, όμορφη πλέξη, την ζήλεψα πολύ, την γιαγιά μου μου θύμισε και συγκινήθηκα πολύ.
Πάνω στο κρεβάτι ήταν ένα κατάλευκο νυφικό, όμορφα με σεβασμό απλωμένο έτοιμο να φορεθεί από την νύφη που η ζωή της θα άλλαζε μέσα σε μια νύχτα. Την παρθενιά της το βράδυ θα έχανε και την άλλη μέρα θα άρχιζε προικιά και σώβρακα να πλένει, φαγητό να μαγειρεύει και σε μήνες εννιά πρέπει να γεννήσει. Μεγάλο το τίμημα να ξεφύγει η δεσποινίς ανύπαντρη, Κυρία για να γίνει.
Το νυφικό το άγγιξα μήπως και την νύφη φανταστώ. Κι είδα στο παράξενο κεφάλι μου ένα κορίτσι με θλίψη στα μάτια του μεγάλη. Την πάντρεψαν ετών δεκαοχτώ με έναν που δεν ήξερε. Γράμματα πολλά δεν ήξερε, μόνο να ράβει, να σκουπίζει και να μαγειρεύει.
Το νυφικό το πήρα, δεν το έκλεψα, και μια βιτρίνα βρήκα και το χάρισα, ο κόσμος κι οι περαστικοί να το βλέπουν, με τον όρο όμως να μην μπορούν να το αγοράσουν. Η νύφη τον λόγο των γονέων της τον τίμησε. Μόλις εκείνοι πέθαναν και τα παιδιά μεγάλωσαν, το κρεβάτι έστρωσε, το νυφικό το άπλωσε, άλλωστε πληρωμένο ήταν του γαμπρού.
Και μετά έφυγε…για πάντα…και έγινε από σκλάβα Κυρία, μία ελεύθερη Γυναίκα…
Και την πόρτα έκλεισα, την σφράγισα. Ο ήλιος δεν χρειάζεται τίποτα άλλο πια να δει…
