Φρέσκα

Πηγαία

του Αργύρη Νικολάου

 

Βαρύς, όπως ο ίσκιος της καρυδιάς κάτω από την οποίαν καθόμασταν, ο λόγος του. Είναι ικανοί, μου είπε, κι από εδώ να μας σηκώσουνε. Να πουν πως είναι δικιά τους η καρυδιά και ο ίσκιος της. Να κάνουν δηλαδή ό,τι έκαναν για όλη την έκταση που βλέπεις από εδώ ως το ποτάμι. Πρώτα έβαλαν στο μάτι την αστείρευτη πηγή με το άφθονο νερό. Για να το κρύψουν έβαλαν μπροστά τα θρησκευτικά τους αισθήματα και άρχισαν να κάνουν αφιερώματα στο ταπεινό ξωκλήσι που ήταν στημένο δίπλα της. Έτσι δελέασαν το δεσπότη που άρχισε να διαλαλεί την πίστη τους.
Τις υπόλοιπες αρχές τις είχαν δεμένες από πριν. Τους μάρτυρες που χρειάζονταν για την παράσταση που έστησαν κατόπιν ερήμην μας τους βρήκαν εύκολα. Μία εκ των μαρτύρων ήτανε τόσο πειστική που λύγισε όλες τους τις αμφιβολίες. Αυτή ισχυρίστηκε πως πέρασε το ποτάμι που τη χώριζε από το εκκλησάκι χειμώνα καιρό χωρίς να βραχεί. Αυτό εκλήφθηκε ως απόδειξη πως ο άγιος στον οποίον ήταν αφιερωμένο το εκκλησάκι ήταν δικός τους μιας και σε συγχωριανή τους περιποίησε αυτή την τιμή. Κάτι διαμαρτυρίες δικές μας ίσα που έφτασαν στις πόρτες των υπηρεσιών. Οι θυρωροί ήταν όλοι δικοί τους.
Η ευκολία με την οποία βάλανε χέρι στην περιοχή τους άνοιξε κι άλλο την όρεξη. Πως κάνανε μετά με τον αναδασμό και τα χωράφια τα δικά μας γράφτηκαν στα δικά τους. Από εκείνη τη στιγμή έπρεπε για οποιαδήποτε σχετική με τα χωράφια υπόθεσή μας να περνάμε από αυτούς, πράγμα το οποίο δεν είχαμε καμιά διάθεση να κάνουμε. Πολλοί από μας, εξαιτίας αυτού, παράτησαν τα χωράφια στην τύχη τους.
Άλλο που δε θέλανε αυτοί. Λίγο λίγο στερέωσαν τη θέση τους στην περιοχή και κυκλοφορούσαν σ’ αυτή σαν αφεντικά. Κοιτούσανε τον καθέναν από μας σαν ξένο και μόνο το λόγο δεν του ζητούσανε που πήγαινε στο χωράφι του. Χτίζανε –το ταπεινό ξωκλήσι έγινε συγκρότημα ναών με τα απαραίτητα υποστατικά τους-, οργώνανε ξένα χωράφια, άνοιγαν ή καταπατούσαν δρόμους ανάλογα με το τι τους βόλευε, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Εμείς από νοικοκυραίοι γίναμε απολογούμενοι. Και κλέφτες. Και, ναι, δολιοφθορείς. Πέρυσι ήταν που ένας από μας πήγε στην υπηρεσία να δηλώσει το χωράφι του για να δικαιούται αποζημίωση και είδε έκπληκτος να το έχει δηλώσει ένας απ’ αυτούς. Σούρουπο ήταν, όπως και τώρα, που ένας άλλος δικός μας βρήκε ένα συνεργείο με βαριά μηχανήματα να φαρδαίνει το δρόμο και να μικραίνει το χωράφι του. Να φορτώνει τα κομμένα ξύλα απ’ αυτό για πάρτι του. Ένας άλλος θρασύς αγνόησε τα σημάδια που είχε τοποθετήσει κάποιος για να ορίσει το δρόμο που εξασφάλιζε την πρόσβαση στο χωράφι του και τον όργωσε. Όταν είδε την άλλη χρονιά τα σπαρτά που έσπειρε στο δρόμο πατημένα διέδωσε πως του κατέστρεψαν το μισό χωράφι, τρόπος του εξαπατείν μισό χωράφι, αυτό δεν αντιστοιχούσε ούτε στο ένα τριακοστό απ’ αυτό. Δε σταμάτησε όμως εκεί. Την επόμενη χρονιά το όργωσε πάλι.
Έτσι με λίγη αλήθεια και πολλά ψέματα κατασκεύασαν και την επόμενη κατηγορία εναντίον του. Είπανε πως έριξε πετρέλαιο στην πηγή και δεν μπορούν να πιουν απ’ αυτή άνθρωποι και ζώα. Ποια ζώα δηλαδή ένα κοπάδι με πρόβατα ήταν όλο κι όλο κι ούτε μια φορά το είδα να ξεδιψάει από εκεί. Ποιός ο λόγος να το κάνουν αφού ξεδιψούσαν στο ποτάμι λίγα μέτρα πιο πέρα; Άσε που τα σκαλιά που οδηγούσαν στη βρύση λειτουργούσαν αποτρεπτικά γι’ αυτά. Λίγα γίδια ίσως να τα κατάφερναν με τα σκαλιά και πραγματικά το νερό να τους μύριζε για μια δυο μέρες από μερικές σταγόνες που πιθανόν να αποκολλήθηκαν από τα μπιτόνια με τα οποία ο δικός μας πότιζε τα δέντρα του. Όσο για τους ανθρώπους απ’ αυτούς που ξέρω κανένας δεν πίνει νερό από το ποστάφι.
Σ’ αυτό το σημείο σταμάτησε και, δάσκαλε, μου είπε, η δικαιοσύνη σ’ αυτό τον τόπο περισσότερο απ’ αλλού δεν έχει που να πατήσει. Μετά από αυτό έδωσε μια στο χώμα και σηκώθηκε λέγοντας, πάμε, η ώρα πέρασε.