Φρέσκα

Οι εντιμότατοι φίλοι μου

του Βασίλη Καρδάση

 

Αρχές Ιουλίου. Σαββάτο πρωί. Πάω με τους φίλους μου εκδρομή στις
Σπέτσες. Μόνοι, χωρίς γυναίκες, ν’ ανασάνουμε. Συνεύρεση μοναδική.
Περιορισμένες πια οι ευκαιρίες να βρεθούμε όλοι μαζί. Ασχολίες,
οικογένειες, καθημερινότητα. Άντε να συντονιστούμε τέσσερις άνθρωποι.
Το ραντεβού στον Ηλεκτρικό του Πειραιά είναι συνεπές μόνο για τους
τρεις. Αναμενόμενο ήταν ότι θα καθυστερήσει ο Λαυρέντης. Δεν πήγε ποτέ
πουθενά στην ώρα του ακόμη και στα πιο δύσκολα. Τότε που καιγόταν το
κουλούρι του, τώρα θα ‘ρχόταν; Έβγαινε το οικόπεδό του στο σφυρί από
την Τράπεζα, είχε συνάντηση με τον Διευθυντή Καθυστερούμενων Οφειλών
που τον ανέμενε για ρύθμιση και πήγε με αργοπορία μιας ολόκληρης
εβδομάδας. Ο Παναγιώτης, ο ανέκαθεν συνεπής, είναι πάντοτε εκείνος που
θύμωνε με τα στησίματα του Λαυρέντη. «Γαμώ την Παναχαϊκή μου με τον
υπουργό που μπλέξαμε», είπε ειρωνικά όταν είχε ήδη περάσει ένα
εικοσάλεπτο. Δεν βρίζει ποτέ τα θεία.
Αέρας ο Λαυρέντης. Δημόσιος υπάλληλος, συνταξιούχος σήμερα, ζήτημα να
εργάστηκε συνολικά 2 χρόνια. Πότε αποσπάσεις, πότε άδειες, πότε
τοποθετημένος σε σχεδόν ανύπαρκτες υπηρεσίες. Ταλαντούχος,
καλλιεργημένος, πνευματώδης στο έπακρον, ευρηματικός και χιουμορίστας,
προσόντα που τον βοήθησαν να κάνει στενές γνωριμίες με βουλευτές,
υπουργούς, διπλωμάτες και καλλιτέχνες. Όλοι αυτοί συνεργούσαν κατά
καιρούς να μετατραπεί ο Λαυρέντης σε άφαντο δημόσιο υπάλληλο.
Μεταβλήθηκε σε μανιώδη συλλέκτη δίσκων βινυλίου και γενικότερα παλιών
αντικειμένων. Γκραβούρες από έργα περιηγητών του ελλαδικού χώρου,
λαϊκά αναγνώσματα, Μικρός Ήρωας, Μικρός Σερίφης και Μάσκα είναι μέσα
στις προτιμήσεις του. Βρέθηκε στα νιάτα του στο Παρίσι για σπουδές.
Δεν πρόκανε, καθόσον το γλέντησε επαρκώς. Έφαγε επί δύο χρόνια ενάμισυ
οικόπεδο σε ρεστοράν, μπαρ και καμπαρέ μένοντας στην πιο ακριβή
συνοικία στο 7ο διαμέρισμα. Όταν γύρισε οίκαδε ήταν ο πολυτιμότερος
πληροφοριοδότης για το πού μπορείς να γευτείς το καλύτερο steak au
poivre, και τάρτες για τις οποίες ξετρελαινόταν. Πού έπαιζε μουσική,
από μπελ επόκ μέχρι ροκ εντ ρολ. Από εκεί πήρε το ζιζάνιο της μανιακής
συλλογής δίσκων.
Ο Παναγιώτης. Απίθανος τύπος. Πανύψηλος, ευθυτενής, πρώτη κορμοστασιά,
φαλακρός με καράφλα που φέγγει νυχθημερόν. Ντυμένος πάντα στην τρίχα,
όχι εξεζητημένα. Κοστούμι χωρίς γραβάτα μπλε σκούρο ή καφέ, παπούτσι
γυαλισμένο. Για τα κρύα προσθέτει μια καμπαρτίνα. Στις συννεφιές με
μια ομπρέλα στα χέρια. Προβλέπει έγκαιρα, δεν θέλει να χαλάσει τη
μόστρα. Γρήγορος στις κινήσεις, σε χαιρετάει δια χειραψίας με ελαφρά
υπόκλιση του κεφαλιού, όταν και όποτε σε δει. «Τι κάνεις Γιαννάκη;
Καλά είσαι. Η μαμά; Η σύζυγος; Όλοι καλά. Πολύ χαίρομαι». Ρωτάει και
απαντάει μόνος του. Δεν προλαβαίνεις να αρθρώσεις λέξη. Γιατί το ατού
του είναι ο λόγος. Κεραυνός, ριπές. Ετοιμόλογος μέχρι εξουθενώσεως του
κατ’ επίφασιν συνομιλητή. Καθότι ουσιαστικός συνομιλητής δεν μπορείς
να υπάρξεις δίπλα στον Παναγιώτη. Μόνο τον παρακολουθείς. Αυτό αρκεί.
Επάγγελμα; Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Υποτίθεται εργάστηκε μηχανικός
στην παλιά Ολυμπιακή στο Ελληνικό, τότε που ήταν κρατική, στο τμήμα
ελέγχου των αεροπλάνων στο έδαφος. Υποτίθεται. Διότι πότε πήγαινε, τι
ακριβώς έκανε, παραμένουν ακόμη άγνωστες λεπτομέρειες. Οι γνώσεις του
αδιευκρίνιστες. Το σίγουρο είναι ότι έμαθε την απλή μέθοδο των τριών
σε ηλικία 40 ετών από τον αδελφό του, προκειμένου να προβιβαστεί στην
ιεραρχία της υπηρεσίας. Μια φορά που ήμουνα στον αέρα, αναρωτήθηκα
«καλά ρε πούστη μου, τώρα πετάει τούτο δω το πράγμα εξαιτίας του
Παναγιώτη;» Τρέλα μ’ έπιασε ώσπου να προσγειωθεί. Το μυαλό του όμως
δουλεύει με ιπποδύναμη φόρμουλας. Πιάνει πουλιά στον αέρα.
Δεν αποφεύγει τις πλάκες ακόμη και σε μας, τους φίλους του. Μια ημέρα
του Φλεβάρη που ο Γιώργος πήγε στη Γερμανία για τον θείο του που είχε
μπει στο νοσοκομείο, ο Παναγιώτης με αγκαζάρισε να τον πάμε στο
αεροδρόμιο μαζί. Ο καιρός ήταν από τους χειρότερους. Καταιγίδες και
δυνατός αέρας, ο Γιώργος τα είχε κάνει πάνω του. «Ρε Παναγιώτη υπάρχει
κίνδυνος για την πτήση;», ρώτησε τον ειδήμονα. Η απάντηση ήταν
αστραπιαία σαν τις λάμψεις των κεραυνών που βλέπαμε στον σκοτεινό
ορίζοντα. «Μα τι λες, είσαι με τα καλά σου; Αυτό τον καιρό θέλει το
αεροπλάνο βρε παιδί μου! Βιδώνει μες στα σύννεφα και ταξιδεύει
ασφαλέστερα». Μόλις τον αποχαιρετίσαμε στην αίθουσα αναχωρήσεων, ο
ειδικός επί των πτήσεων γύρισε και μου είπε «πειράζει που θα κλάσει
μέντες ο Γιωργάκης;».
Ο μειλίχιος Γιώργος. Συγκαταβατικός μέχρι να σε εξαντλήσει από το
μέγεθος της υπομονής του. Δικηγόρος του μεροκάματου. Αγώνας δηλαδή.
Κνίτης από το 1975. «Να προσέχεις τον Μάρκο και τον Άγγελο» μού ‘γραφε
κρυπτογραφικά από τον στρατό, φοβούμενος τη λογοκρισία των επιστολών,
θέλοντας να υποδείξει τη σταθερή προσήλωση στον Μαρξ και τον Έγκελς.
Πήγε δυο ταξίδια στη Βουλγαρία και την Πολωνία επί υπαρκτού. Γύρισε
ανήσυχος. «Με τρία καλσόν και ένα μπικ γαμάς τις καλύτερες. Αν είναι
δυνατόν!», μου εκμυστηρεύτηκε. Λίγο μετά συνάντησε γεμάτος αγωνία έναν
πολιτικό πρόσφυγα από τη Σοβιετική Ένωση, να μάθει για την οικοδόμηση
του σοσιαλισμού στη μητέρα της επανάστασης. «Ποιος; Ο σοσιαλισμός;
Άστρο μακρινό», τον διαβεβαίωσε ο μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού.
Κάθισε πάνω στην αγκινάρα που λένε στο χωριό μου. Ήρθε και η εισβολή
των Σοβιετικών στο Πακιστάν, ήρθε κι ο Βαλέσα και η Αλληλεγγύη στην
Πολωνία κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό ο Γιώργος. Διεγράφη με συνοπτικές
διαδικασίες ως αντικομματικός, φραξιονιστής και τα συναφή. Και ήταν
γραμματέας μεγάλης οργάνωσης.
Πέρασε στο ΚΚΕ Εσωτερικού το 1982. Ωραία, σου λέει εδώ τουλάχιστον
λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο,
δημοκρατικές διαδικασίες, θεσμοί, Ευρώπη των λαών, γοητευτικά
συνθήματα. «Κι αν δεν πάμε για αφισοκόλληση, δεν μας βάζουν και χέρι».
Στην αρχή καλά ήτανε. Μετά αρχίσανε τα ζόρια. Πότε ο Κύρκος κι ο
Μπανιάς, πότε ο Μπριλάκης κι ο Φιλίνης, μουρλάθηκε ο Γιώργος. Έφαγε τη
μία διάσπαση μετά την άλλη, εξουθενώθηκε ο φίλος μου ψάχνοντας σε ποια
πλευρά ν’ ακουμπήσει. Μπήκε σπρώχνοντας στον Συνασπισμό. Δεν ήθελε.
«Έλα είναι ωραία, είναι και Κουκουέδες», του λέγανε διάφοροι
σύντροφοι. Εδώ τα είδε όλα. Το χαλί το τράβαγε κάθε τάση προς την
πλευρά της. Προεδρικοί, ανανεωτικοί, κεντριστές, αριστερό ρεύμα,
κοκκινοπράσινο δίκτυο, σκέτο σκορποχώρι. Του κάψανε όσα οράματα του
είχανε περισσέψει. Τόλμησε μάλιστα μια φορά να δεχτεί να είναι
υποψήφιος στις ευρωεκλογές, καθότι είναι καλός ρήτορας ο Γιώργος. Πήγε
περιοδεία στον νομό Χανίων. Έλα που τα μέλη της οργάνωσης που τον
συνόδευαν και οι οποίοι ανήκαν στο αριστερό ρεύμα, θεώρησαν ότι ο
ίδιος συμπαθούσε τους προεδρικούς! Μετά το τέλος της συγκέντρωσης σ’
ένα χωριό στους πρόποδες του Λευκού όρους τον παράτησαν σύξυλο.
Απροειδοποίητα, χωρίς να πάρει χαμπάρι. Έμεινε μόνος να τρώει σουβλάκι
στην ψησταριά του χωριού, προκαλώντας τη συμπόνια των έκπληκτων
κατοίκων. Πάει και η παραδοσιακή κρητική φιλοξενία στον βωμό της πάλης
των τάσεων. Εκεί τον εγκατέλειψε η αριστερή ενεργητικότητά του, που
ήταν ανέκαθεν αφιερωμένη στην έλευση του σοσιαλισμού.
«Νάτος ο παρταόλας», διέκοψε τις σκέψεις μου ο Παναγιώτης. Ευάερος,
ευήλιος κατέφτασε επιτέλους ο Λαυρέντης. Τρέχοντας σχεδόν μόλις που
προλαβαίνουμε το πλοίο. Τέσσερις μεσήλικες αραγμένοι στο κατάστρωμα.
Καφές, αναθεματισμένο τσιγάρο, ώρα για σχόλια. «Η πόρνη η κρίση μας
γονάτισε» ο Λαυρέντης. «Τι να σου κάνει ο Γιωργάκης. Μηδέν από μηδέν,
μηδέν» ο Παναγιώτης. «Με τέτοιο πολιτικό σύστημα αναμενόμενο ήταν» ο
Γιώργος. Συμφωνούν στα βασικά, αρπάζονται στις λεπτομέρειες. Τους
βλέπω να λογομαχούν, να σοβαρολογούν και να κάνουν πλάκα. Τους
καμαρώνω. Οι φίλοι μου. Μαζί τους πέρασα μια ολόκληρη ζωή.
Στον Παναγιώτη απολαμβάνω την εκπληκτική άνεσή του να παίζει ρόλους.
Κάποτε πίνοντας ποτό στο Καλαμάκι και οι τέσσερις, έπεσε μπροστά μας
ένας άγνωστος, ατυχής, φουκαράς, ένα αιώνιο θύμα. Στη μία τη νύχτα.
Είχε πάει με μια πουτάνα σε ξενοδοχείο της περιοχής, η οποία του
βούτηξε το πορτοφόλι χωρίς να το αντιληφθεί, για να βρεθεί στη
συνέχεια απλανής και παραπονούμενος στο μπαρ. Τι πιο φυσικό να
ξεστομίσει όλη την ιστορία στον Παναγιώτη. Άλλο που δεν ήθελε ο φίλος
μου. Λες και έχει μαγνήτη τραβάει τους πρόσφορους για πλάκα.
-Τι έκανε; Σου πήρε το πορτοφόλι; Και συ πού ήσουνα;
-Να, ξέρεις ώσπου να πάω στην τουαλέτα και …
-Έ, τι γίνεται κύριε. Η γυναίκα θέλει χειρισμό αγαπητέ. Α, ρε
κακόμοιρε. Αυτά τα πράγματα θέλουνε μυαλό. Και συ φαίνεται δεν έχεις.
-Εμ, δεν έχω ο βλάκας.
– Έχεις αυτοκίνητο;
-Πώς δεν έχω! Έξω το ‘χω.
-Έλα μαζί μας ρε.
Όλοι από κοντά. Χωθήκαμε οι τρεις στο πίσω κάθισμα. Ο Παναγιώτης
αυτοδίκαια συνοδηγός. Ξέραμε ότι θα ζήσουμε άλλη μια εξωφρενική πλάκα
του. Η περιοχή είχε κάμποσα ξενοδοχεία να στεγάσουν πρόσκαιρες
αμαρτωλές περιπτύξεις. Το ωραίο είναι πως το αιώνιο θύμα δεν θυμόταν
πού είχε γευτεί τους καρπούς της Μαγδαληνής. Κατευθυνθήκαμε σ το
πλησιέστερο ξενοδοχείο. Ο Παναγιώτης εμφανίστηκε ως διευθυντής
εφορίας, φίλος του θύματος. Εμείς απλοί συνεργάτες του. Είχαμε
εξορμήσει προς άγραν παραβατών του νόμου. Παίζαμε τον ρόλο σύμφωνα με
τις απαιτήσεις του καθοδηγητή μας. Σε λίγο με το αυστηρό του ύφος και
με μπόλικη δόση αυθεντίας ερευνούσε τα βιβλία των πελατών. Έκπληκτος ο
ρεσεψιονίστας έτρεμε. Στο τέλος του πέταξε «βρίσκω διάφορες
παρατυπίες, αλλά αυτά είναι πταίσματα μπροστά στο έγκλημα σε βάρος του
φίλου μου, το οποίο και με απασχολεί πρωτίστως αυτή τη στιγμή. Με σας
θα τα πούμε άλλη φορά. Με μένα ή με τους συνεργάτες μου». Το θύμα της
πουτάνας κοίταζε σαν χαζός εννοείται. Είχε αφεθεί πλήρως στην
προστασία του Παναγιώτη με την ελπίδα βεβαίως να ξαναβρεί το
πορτοφόλι. Πήγαμε σε άλλα τρία ξενοδοχεία. Από ένα σημείο κι έπειτα ο
Παναγιώτης υποβίβασε τον άγνωστο σε απλό συνεπιβάτη, αναλαμβάνοντας ο
ίδιος να οδηγήσει το αυτοκίνητο. «Νιόκος είσαι αγαπητέ», αποφάνθηκε.
Πήγε σπίτι τον καθένα από μας και τον άφησε μέσα στη νύχτα να
κλαψουρίζει για το κλεμμένο πορτοφόλι, που του είχε αφαιμάξει η
δεξιοτέχνισσα γυναίκα του δρόμου.
Σ’ ένα παιχνίδι μπάσκετ του Κρόνου, της ομάδας της γειτονιάς μας, με
τον Γκυζιακό υπήρχε αναμενόμενη ένταση λόγω της κρισιμότητας του ματς.
Ο Παναγιώτης με καμπαρτίνα, μέσα στον αγωνιστικό χώρο, υποδυόταν τον
εισαγγελέα. Εμείς στριμωγμένοι ανάμεσα στους φιλάθλους του Κρόνου
γελάγαμε σαν να βλέπαμε τον Κωσταντάρα. Κάλεσε αστυνομική δύναμη και
όταν ήρθαν τα ΜΑΤ τους κατηύθυνε, ως εισαγγελέας πάντα, πού να
καθήσουν και πώς να συμπεριφέρονται. Στον Ολυμπιακό ήταν κάμποσο καιρό
στα μέσα και τα έξω χωρίς να έχει καμία ιδιότητα. Μας έβαζε τσάμπα στο
γήπεδο κλείνοντας απλώς το μάτι στους υπαλλήλους της θύρας, όχι επειδή
δεν είχαμε λεφτά, αλλά γιατί έτσι έπρεπε να πιστοποιήσουμε την
καπατσοσύνη του. Αλληλοασπαζόταν τους ποδοσφαιριστές και τον πρόεδρο.
Σε άγονο παιχνίδι με τον Άρη στο παλιό Καραϊσκάκη και με το αποτέλεσμα
στο 1-1, ο Παναγιώτης κατευθύνθηκε στο κόρνερ και φάνηκε κάτι να λέει
στον Περσία, που ήταν έτοιμος να κτυπήσει τη μπάλα. Στην κερκίδα που
είμαστε με τον Γιώργο, πάθαμε σοκ. Στο τέλος του αγώνα τον είδαμε να
‘ρχεται χωρίς να τρέχει τίποτα. «Τι του είπες ρε Παναγιώτη;». Η
απάντηση άμεση. «Πώς να το κτυπήσει μωρέ ο άχρηστος».
Σε μια συζήτηση με έναν γνωστό μου Πόντιο είδε κι αποείδε ο Παναγιώτης
από την αδυναμία συνεννόησης και του είπε σοβαρότατα.
-Τι να μου πεις αγαπητέ μου, εγώ έχω πουλήσει καφέ στη Βραζιλία.
Κι ο Πόντιος συνεπαρμένος τον ρώτησε.
-Έχεις πάει στη Βραζιλία;
Εκεί γύρισε και μου είπε «τέτοιους να μη μου φέρνεις».
Στα μπαρ πάντως σεβόμαστε πιστά τις επιλογές του Λαυρέντη. Θαμώνας από
ιδεολογία σε μπαρ που κουβαλούν αισθητική και παράδοση. Το Αu revoir,
το Galaxy και το 17 είχαν ανέκαθεν μια θέση στη μπάρα ανά πάσα στιγμή
στη διάθεση του Λαυρέντη. Ξέρουμε λοιπόν που θα τον συναντήσουμε. Για
να ξεκινήσουμε με την πρώτη γουλιά ουίσκι μακρόσυρτες πολιτικές
αναλύσεις και ευφάνταστα σενάρια για την τύχη της κυβέρνησης, της κάθε
κυβέρνησης δηλαδή, και για τις ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό.
Επικαλείται τις συναντήσεις του με πολιτικούς και παράγοντες για να
οικοδομήσει την πεποίθησή του ότι «επίκειται ανασχηματισμός,
αναλαμβάνει ο τάδε το υπουργείο Εξωτερικών κι εγώ φεύγω για Παρίσι.
Στην πρεσβεία. Μην τον είδατε τον Λαυρέντη». Είναι οι συζητήσεις στις
οποίες δεν συμμετέχει παρά ελάχιστα ο Γιώργος. Μετά το στραπάτσο της
περιπέτειάς του στην Αριστερά μην του μιλήσεις για κόμματα. «Και η
Αριστερά είναι μέρος του προβλήματος. Ασθενεί σε νοοτροπία και σε
κουλτούρα», του έχει γίνει πλέον καραμέλα. Αποφεύγει και να ψηφίσει
ακόμα. Του ‘μειναν οι αναμνήσεις, τις οποίες βγάζει σε ειδικές
στιγμές, μόνο για να θυμηθεί πρόσωπα που αγάπησε. Γιατί παραμένει
συναισθηματικός, όσο κι αν προσπαθεί να το κρύψει. Το ‘ριξε στη μπάλα,
παλιά λατρεία από τα φοιτητικά χρόνια. Διαρκείας στο γήπεδο
δίπλα-δίπλα καθόμαστε. Με πλήρη εξάρτυση, κασκόλ, σκουφάκι,
αντιανεμικό μπουφάν για τις δύσκολες μέρες. Εκδηλώνεται όταν ο
Λαυρέντης φέρνει τη συζήτηση στο ποδόσφαιρο. Ο μόνος μιαρός στις
ποδοσφαιρικές μας θρησκείες. Καθότι βαμμένος παναθηναϊκός.
Κοιτάζοντας τον ήρεμο, βαθυγάλανο, Σαρωνικό αναπολώ τις στιγμές με
τους φίλους μου, τις άπειρες χαρές και τις λύπες μας. Με διακόπτουν οι
στρατηγικές του Λαυρέντη. Κάθε φορά καταστρώνει σχέδια για την
κατάκτηση του πρωταθλήματος. «Αυτή τη φορά είναι βέβαιο. Σας το λέω
υπεύθυνα». Πότε είναι εξασφαλισμένο επειδή ο Μπάγεβιτς έρχεται στον
Παναθηναϊκό, πότε επειδή ο Καραμανλής είναι παναθηναϊκάκιας, πότε
επειδή αναλαμβάνει τους ορισμούς των διαιτητών ο Βασσάρας, που «το
ξέρετε είναι βάζελος». Αθεράπευτος, δεν του βγήκαν ποτέ οι προσδοκίες.
Τώρα το επιχείρημά του είναι καταλυτικό. «Το απαίτησε ο Πλατινί για να
γίνει πιο ανταγωνιστικό το ελληνικό ποδόσφαιρο». Ξεραινόμαστε στα
γέλια. Εκεί παρεμβαίνει κεραυνοφόρος ο Παναγιώτης. «Όλους τους
βάζελους σας περνάω από τον Ατλαντικό στην Αμερική χωρίς να βρέξετε τα
πόδια σας. Άιντε κορόιδα». Η μπάλα δίνει το έναυσμα για τα κουίζ του
Γιώργου. Απίστευτο απόθεμα μνήμης για παίκτες, στυλ παιχνιδιού,
αγώνες. «Ποιος Κύπριος τερματοφύλακας ήρθε στον Ολυμπιακό; Κερνάω
μπύρα όποιον το βρει». Παλεύουμε για τη δροσιά της μπύρας για κάνα
δεκάλεπτο. Τζίφος. «Ο Ανδρέας Ξυστούρης το 1971». Δίνει δεύτερη
ευκαιρία. «Σε ποιες ομάδες της Γερμανίας αγωνίστηκε ο Έβαλντ Λίνεν;».
Στη Γκλάντμπαχ,  συμφωνούμε και οι τρεις μας. «Ο αριστερός, για να μην
ξεχνιόμαστε Λίνεν, έπαιξε στην Αρμίνια Μπίλεφελντ, στη Γκλάντμπαχ και
στη Ντούισμπουργκ». Την πίνει μόνος του τη μπύρα ο μπαγάσας. Του την
πληρώνουμε κιόλας.
Μόλις σαλπάρουμε από τον Πόρο ο Λαυρέντης γίνεται σοβαρότερος από
ποτέ. Με συνωμοτικό ύφος μας θέτει το δυσεπίλυτο πρόβλημα. Δεν φτάνει
η σύνταξη με τις απανωτές περικοπές. Πώς γίνεται να αξιοποιήσει το
τελευταίο οικόπεδο που του έμεινε σε παραλία του Άστρους, να φτιάξει
ενοικιαζόμενα, χωρίς να βάλει δραχμή; «Εκείνο το παιδάκι που είχες ρε
Παναγιώτη, γάτα μου φάνηκε. Έχει καμιά τρύπα να πάρω επιδότηση; Να
κάνω επένδυση χωρίς να βάλω λεφτά;». Είμαι σίγουρος θα τη βρει την
άκρη, κι ας λένε οι πολιτικοί της οκάς ότι τώρα όλα θα διορθωθούν στη
μεταμνημονιακή Ελλάδα. Λαυρέντης είναι αυτός.
Στις Σπέτσες τακτοποιούμαστε σε δυο δωμάτια στο άψε-σβήσε. «Το θέμα
του μπάνιου αφήστε το πάνω μου», διαβεβαιώνει ο Παναγιώτης. Βρίσκει
έναν αμαξά. «Κοίταξε, είμαστε δικαστικοί στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου.
Καταλαβαίνεις. Δεν θέλω μπλέξιμο με δημοσιογράφους και περίεργους.
Φρόντισε να μας πας στην ωραιότερη παραλία. Δεν ξέρω τι θα κάνεις. Τη
θέλω να είναι έρημη». Ο λιτός και αυστηρός, επίτηδες αυταρχικός,
λόγος του συνδυάζεται και με ένα καλό μπαξίσι.  Κάνουμε μπάνιο σε μια
παραλία γεμάτη πεύκα. Σχεδόν ολομόναχοι. Μια θάλασσα μαγική. Η αίσθηση
του αλμυρού, δροσερού μας γεμίζει ευεξία. Και το χρώμα, ένα απαλό
γαλάζιο. Βγαλμένο από το ανακάτεμα των χρωμάτων ενός σπουδαίου
καλλιτέχνη σε πίνακα ζωγραφικής.  Δεν τη χορταίνουμε. Τα δάχτυλα έχουν
παππουδιάσει, δυο ώρες μέσα στο νερό. Τέσσερις μεσήλικες γινόμαστε
παιδιά. Ξεβρακώματα, πατητές, καβαλαρία. Ντάλα ο ήλιος, κατά σύμπτωση
γλυτώνουμε την ηλίαση. Ξαπλώνουμε κάτω από τα πεύκα πάνω σε κάτι
παλιοπετσέτες που είχαμε για την περίσταση. Άναψε πάλι η κουβέντα από
Αριστερά μέχρι ποδόσφαιρο. Ξαφνικά ο Γιώργος κάνει μια παύση. «Κοιτάτε
τη θάλασσα. Τη σκιά του πεύκου. Νιώστε που είμαστε. Κάπως έτσι δεν
είναι ο σοσιαλισμός;». Σωπαίνουμε. Οι εντιμότατοι φίλοι απολαμβάνουμε
τον υπαρκτό σοσιαλισμό στις Σπέτσες.
Βασίλη Καρδάση – Success stories – Εκδότης: ΚΨΜ