Φρέσκα

15 Μαρτίου 1943

Βιτάλια Ζίμμερ

Σαν σήμερα έφυγε το πρώτο τραίνο από την Εβραϊκή Θεσσαλονίκη για το Άουσβιτς Μπίρκεναου. Οι περισσότεροι θανατώθηκαν άμεσα. Πίσω στην πατρίδα η επικρατεί ένα σκηνικό λεηλασίας.

Ο Ιωάννου φαίνεται να αναλαμβάνει ένα είδος συλλογικής ευθύνης για τη λεηλασία, αλλά το κάνει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Δεν αυτοενοχοποιείται άμεσα, αλλά περιγράφει τα γεγονότα με τέτοια ειλικρίνεια και ωμότητα που υποδηλώνει ότι η κοινωνία στο σύνολό της—και κατά κάποιον τρόπο και ο ίδιος ως μέρος αυτής—φέρει ευθύνη. Δεν γράφει με ύφος καταγγελίας απέναντι στους συμπολίτες του, ούτε επιχειρεί να παρουσιαστεί ως αθώος παρατηρητής. Αντίθετα, περιγράφει τα γεγονότα με έναν τρόπο που δεν τον ξεχωρίζει από τη μάζα. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού («μας ξεπλένουν», «ευτυχώς») υπαινίσσεται ότι νιώθει μέρος αυτής της κοινωνίας και, έστω και έμμεσα, φέρει κι αυτός το βάρος της ευθύνης.

Το ύφος του Γιώργου Ιωάννου είναι ρεαλιστικό, άμεσο και βιωματικό. Η γλώσσα του είναι καθημερινή, απλή, αλλά εξαιρετικά παραστατική. Μέσα από μια αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στη σκληρότητα, την ειρωνεία και τη μνήμη, καταγράφει μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, χωρίς να ωραιοποιεί ούτε να εξιδανικεύει κανέναν.

Το κείμενο είναι γραμμένο σε γλώσσα οικεία, με προφορικότητα, σαν να εξιστορεί ο αφηγητής σε κάποιον γνωστό του τα γεγονότα. Οι λέξεις δεν είναι εξεζητημένες, αλλά απλές και καθημερινές, με ισχυρή παραστατικότητα.

Η φράση που με συγκλονίζει ακόμα και σήμερα γεμάτη ωμότητα και κυνισμό που μάλλον είναι ρεαλισμός:

«Είδα γύφτο να τρέχει στην πλατεία μ’ ένα αδειανό συρτάρι στα χέρια. Άλλον με βιβλία βαριά, κι έναν τρίτο μ’ ένα παντζούρι διαλυμένο σχεδόν. Τι τα ήθελαν αυτά τα πράγματα;»

Η ιστορία μας είναι και ιστορία του τόπου μας και πρέπει να ειπωθεί στα σχολεία.

Το Κρεβάτι

Αμέσως μετά, όλη η πολυκατοικία σφούγγισε τα δάκρυά της, ανέβηκε αγκομαχώντας στο δεύτερο πάτωμα και ρίχτηκε σαν υπνωτισμένη στα υπάρχοντα των εβραίων. Το πλούσιο σπιτικό τους βούλιαζε από ρούχα και έπιπλα. Οι Γερμανοί, βέβαια, απειλούσαν με θάνατο όποιον έπαιρνε ή άρπαζε εβραϊκές περιουσίες, μα κανένας σχεδόν δεν θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή τη θυροκολλημένη διαταγή. Έξω ακόμα τους μέτραγαν, φώναζαν τα ονόματά τους, τους κλοτσούσαν• μέσα στο σπιτικό τους ξεγυμνώνονταν με θαυμαστό πράγματι θάρρος και επιτηδειότητα. Το ίδιο φαντάζομαι θα συνέβαινε και στα άλλα σπίτια του γκέτο μας. Δεν αποκλείεται μάλιστα οι Εβραίοι να έβλεπαν μέσα στην παραζάλη τους το άρπαγμα των υπαρχόντων τους. Ιδίως όταν τραβολογιόνταν οι κουρτίνες –αυτό πρέπει να φαίνονταν από το δρόμο.

Η συγκάτοικη που πριν από λίγο έκαμνε τους πιο μεγάλους σταυρούς κι έπαιρνε τους πιο βαριούς όρκους –κάτι το πολύτιμο, φαίνεται, της είχαν εμπιστευθεί– ρίχτηκε, θυμάμαι, στα σεντόνια του Ίζου, ζεστά ακόμα απ’ το νεανικό ύπνο του. Κατόπι στράφηκε σε σοβαρότερα πράγματα. Άλλοι πήραν να τραβοκοπούν το καρυδένιο τραπέζι, άλλοι τις ντουλάπες, τις σιφονιέρες, τα κομοδίνα, τους καθρέφτες, και μια ραγισμένη θερμάστρα από πορσελάνη διαλύθηκε στα χέρια ενός γέρου και μιας γριάς, καθώς την έσερναν στο διάδρομο.

Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο με φλούδα από πασατέμπο. Μέρες τώρα δε μαγείρευαν ούτε σκούπιζαν οι εβραίοι. Περίμεναν, πάντα ντυμένοι, την ξαφνική διαταγή, λέγοντας ιστορίες παρηγορητικές και παραφυλάγοντας το δρόμο πίσω απ’ τα κατάκλειστα σκεπασμένα παράθυρα. Κανένας τους δεν έδειχνε διάθεση να το σκάσει, πράγμα μάλλον εύκολο. Οι λίγοι που το τόλμησαν, σώθηκαν σχεδόν όλοι. Είχαν απειληθεί, βέβαια, με οικογενειακή εξόντωση κι ο ένας τους συγκρατούσε τον άλλο. Επίσης τους αποκοίμιζαν με διάφορα παραμύθια. Ο μεγάλος καημός της μαντάμ Κοέν, μάνας του Ίζου, ήταν πως στην Κρακοβία, όπου δήθεν θα τους πήγαιναν, οι εκεί εβραίοι μιλούσαν άλλη γλώσσα κι όχι τη διάλεκτο της Καστίλλιας. «Μα θα τα καταφέρουμε», έλεγε με αρκετό κουράγιο, «όπως τον καιρό του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας». Δεν είχαν βέβαια, τίποτε ακούσει για το Άουσβιτς, ούτε για τους θαλάμους αερίων. Είναι όμως δυνατό να μη είχαν καταλάβει το βαθμό του μίσους;

Γέροι, γριές, άρρωστοι που παραπατούσαν, εγχειρισμένοι διπλωμένοι στα δυο, σέρνονταν στο τέλος της κάθε φάλαγγας. Πόσο είναι δυνατό να βάσταξαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Μάλλον όμως υπήρξαν οι ευτυχέστεροι, αν σκεφθεί κανείς το τέλος των άλλων. Καμιά φορά ακολουθούσαν και φορεία πίσω από τις φάλαγγες. Πάνω σ’ αυτά βρίσκονταν οι κατάκοιτοι, οι ετοιμοθάνατοι, οι ετοιμόγεννες και γενικά όλοι οι βαριά ασθενείς, που οι συγγενείς τους είχαν προβλέψει και μπόρεσαν να ετοιμάσουν ένα φορείο. Αλλιώς, θα σέρνονταν κι αυτοί με τα πόδια. Άνεμος άγριος σαρώνει μες στη μνήμη μου εκείνη την Εγνατία.

Στο σχολειό τα περισσότερα παιδιά ξέρανε λίγο πολύ τι είχε γίνει. Ιδιαίτερη συγκίνηση όμως δεν μπορώ να πω ότι υπήρχε κι ας είχαμε εβραίους συμμαθητές. Το μάθημα έγινε κανονικά. Στο διάλειμμα μερικά παιδιά έψαλαν τον πανεβραϊκό ύμνο, που το λέγαν πάνω σε γνωστό, βέβαια, σκοπό, με σπασμένα ελληνικά και σερνάμενη τη φωνή, όπως μιλούσαν οι ισπανοεβραίοι. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη στροφή του:

Όταν θα πάμε εις το Σαλονίκα, θα βρούμε σπίτι αντειανός, θ’ αρχίσει πάλι το παλιό ντουλείκα για να ζήσει το Τζιντιός.

Τα παιδιά αυτά λίγα και μάλλον ανόητα. Όπως ανόητοι μα όχι και τόσο λίγοι ήταν και οι μεγάλοι εκείνοι, έμποροι ιδίως, που ανακουφίστηκαν τότε. Αφήνω τους διάφορους προδότες και τους ημιπαράφρονες θαυμαστές των χιτλερικών, που δόξα τω Θεώ ποτέ δε μας έλειψαν. Ευτυχώς μας ξεπλένουν, θαρρώ, κι απ’ αυτό ορισμένες πράξεις υψηλής θυσίας.

Το μεσημέρι, όταν γύριζα, κόσμος και κακό ήταν στη γειτονιά μας. Οι Γερμανοί είχαν αποσυρθεί, όχι όμως κι οι χωροφύλακες. Τώρα γίνονταν το γιάγμα απ’ τα κύματα της φτωχολογιάς και των γύφτων. Όμως που και που έπεφτε κι από κανένας πυροβολισμός γι’ αυτό όλοι τους ήταν βιαστικοί και σκιαγμένοι. Είδα γύφτο να τρέχει στην πλατεία μ’ ένα αδειανό συρτάρι στα χέρια. Άλλον με βιβλία βαριά, κι έναν τρίτο μ’ ένα παντζούρι διαλυμένο σχεδόν. Τι τα ήθελαν αυτά τα πράγματα; Απ’ το σπίτι μας είχαν βγάλει ως και τις πόρτες απ’ το διαμέρισμα των εβραίων. Και με την ευκαιρία έκλεψαν όλους τους γλόμπους και τα παραθυρόφυλλα της σκάλας. Για χρόνια έμπαινε από κει η βροχή και το κρύο.

Γιώργος Ιωάννου, «Το κρεβάτι», Η Σαρκοφάγος : πεζογραφήματα, Κέδρος, Αθήνα, 1971¹, σ. 46-51.

El Viadje sin Retorno (Το ταξίδι χωρίς επιστροφή)

Un diya de Março, soldadros alemanes entraron en la tienda i tomaron todo: los telas, los dineros, hasta los kamaretas de la famílya. Les dïzyeron ke teniyan ke empakár todo lo ke pudiyan i irse a la Estación del tren. Dijyeron ke sería «para trabajar en otro lugar». Elijáh miró a su mujer, i supo ke la vérdad era otra.

El viadje en el tren era infernal. Ijos chikos yamavan a sus madres, la djente no tenía ağua ni komo respirar. Despuez de díyas, al fin arivaron al campo de Auschwitz. Ay los separaron: Alía fue empuxada a una fila, Elijáh a otra. «Nos veyremos en poko tienpo», disho Elijáh a su mujer. Pero nunka mas la veyo.

En Salónika, la kaza de los Cohén fue okupada por otros. La tienda de telas fue dada a otro dueño. La vida ke aviyan konstruido fue ermozada komo si nunka egzistó.

Poko después del fin de la guera, el ijo ke aviyan dado a los refuźdos póntikos avía krezido sin saver de sus verdaderos padres. Un diya, oyó las istorias de los ke desparesyeron, i empesó a buskar sus raízes. Pero la vida ya lo avía llevado por otro kamino, i nunka supo todo lo ke avía pasado kon Elijáh i Alía.

I asina, Elijáh i Alía Cohén nunka fueron olbidádos.