Παγκόσμια ημέρα ποίησης…ΟΜΗΡΟΣ
Ἰλιὰς…Η ασπίδα του Αχιλλέα
Σ 478-508, 541-549, 561-572, 590-608
Όταν ο Αχιλλέας πληροφορείται τον θάνατο του Πατρόκλου, θρηνεί γοερά γιa τον χαμό του. Στα βάθη της θαλάσσης η μητέρα του, η Θέτις, ακούει τον θρήνο του και έρχεται να τον παρηγορήσει, συνοδευόμενη από τις αδελφές της, τις Νηρηίδες. Ο Αχιλλέας είναι αποφασισμένος να εκδικηθεί τον Έκτορα. Η μητέρα του πηγαίνει στον Όλυμπο για να του εξασφαλίσει όπλα, επειδή τα όπλα του, που τα είχαν χαρίσει άλλοτε οι θεοί στον Πηλέα, όταν παντρεύτηκε τη Θέτιδα, τα είχε δώσει στον Πάτροκλο και τώρα βρίσκονται στα χέρια του Έκτορα. Ικανό τμήμα της ραψωδίας Σ, στην οποία οι Αλεξανδρινοί έδωσαν τον τίτλο Ὁπλοποιία, αφιερώνεται στην περιγραφή της καινούργιας ασπίδας (κατασκευή και -κυρίως- διακόσμηση), ενώ στα υπόλοιπα όπλα γίνεται απλώς σύντομη αναφορά. Φαίνεται ότι η ασπίδα είχε σχήμα κυκλικό και ότι οι παραστάσεις που την κοσμούσαν ήσαν διατεταγμένες σε ομόκεντρους κύκλους. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιγραφές, οι παραστάσεις της ασπίδας, που δεν αντλούν τα θέματά τους από τον μύθο, δεν έχουν επιλεγεί με σκοπό να εμβάλουν φόβο στους αντιπάλους, αλλά συγκροτούν μια ισορροπημένη επιλογή σκηνών από την καθημερινή ζωή, που πλαισιώνονται από την εικόνα του «σύμπαντος» (στο κέντρο) και την εικόνα του Ωκεανού (στην περιφέρεια). Ενδιαμέσως περιγράφονται με τη σειρά οι εξής παραστάσεις: 1) δύο πολιτείες, από τις οποίες η πρώτη (α) παρουσιάζεται σε ειρηνικές ασχολίες (γάμος, «δικαστήριο»), ενώ η δεύτερη (β) σε στιγμές πολέμου (πολιορκία, μάχη)· 2) όργωμα· 3) θερισμός· 4) τρύγος· 5) επίθεση λεόντων σε αγέλη βοδιών· 6) βοσκότοπος· 7) χορός. (Στο απόσπασμα που ακολουθεί παραλείπονται οι σκηνές 2β, 3, 5 και 6).
Η επιλογή του ποιητή να παρουσιάσει πάνω στην ασπίδα καθημερινές σκηνές του επιτρέπει να εισαγάγει στην επική αφήγηση, που αναφέρεται στο «εκεί» και το «τότε», στοιχεία από τον σύγχρονό του κόσμο, από το «εδώ» και το «τώρα». Ένα μέρος από τη γοητεία της περιγραφής απορρέει από το γεγονός ότι ο ποιητής, αντί να περιγράφει στατικές εικόνες, τις μετατρέπει σε ιστορίες γεμάτες ζωή και κίνηση.
|
Επήρε πρώτα πρώτα κι έφτιαξε ασπίδα στέρεη, γιγάντια, δουλεύοντάς τη ολόκληρη με τέχνη· την έδεσε ολόγυρα με λαμπερό τριπλό στεφάνι που άστραφτε και απ᾽ αυτό εκρέμασε λουρί ασημένιο.480 Το σώμα της ασπίδας το έστρωσε πέντε φορές και πάνω του χάραξε πολλά στολίδια με το σοφό μυαλό του.
Έβαλε μέσα τη γης, έβαλε τον ουρανό, έβαλε τη θάλασσα, έβαλε τον ήλιο τον ακάμαντο και το φεγγάρι ολόγιομο, κι όλα τα αστέρια που στεφανώνουν τον ουρανό, τις Πλειάδες,1 τις Υάδες, τον στιβαρό Ωρίωνα,485 την Άρκτο, που τήνε λεν και Αμάξι, που μένει εκεί γυρνώντας γύρω γύρω και παραφυλάει τον Ωρίωνα, αυτή που μόνη δεν μοιράζεται τα λουτρά του Ωκεανού.1 Έφτιαξε και δυο θεσπέσιες πολιτείες ανθρώπων490 που τους δαμάζει ο θάνατος. Στη μια γίνονταν γάμοι και ξεφάντωναν· με λαμπάδες που φεγγοβολούσαν έπαιρναν από τα δώματα τις νύφες και τις οδηγούσαν μέσα από την πόλη, ενώ ξεχυνόταν πλούσιο το τραγούδι του υμεναίου· 2 νεαροί χορευτές στροβιλίζονταν,495 και ανάμεσά τους ηχούσαν αυλοί και φόρμιγγες. Οι γυναίκες στέκονταν στις πόρτες και θαύμαζαν. Οι άντρες ήσαν συναθροισμένοι στον τόπο που συνάζονται· εκεί είχε ξεσπάσει μια φιλονικία· φιλονικούσαν δύο για το τίμημα κάποιου που σκοτώθηκε· ο ένας προσφερόταν να το πληρώσει στο ακέραιο και αυτό το έλεγε ανοιχτά στον κόσμο,500 όμως ο άλλος δεν δεχόταν τίποτα,3 και οι δύο ήθελαν να πάνε σε κριτή να κρίνει. Το πλήθος μοιρασμένο εκραύγαζε βοηθώντας και τον ένα και τον άλλο. Και οι κήρυκες εκεί επάλευαν να κρατήσουν τον κόσμο· οι γέροντες εκάθονταν πάνω σε λαξεμένες πέτρες μέσα στον ιερό κύκλο4 και από τους κήρυκες με τις φωνές που γεμίζουν τον αέρα505 έπαιρναν και κρατούσαν στα χέρια τους σκήπτρα. Οι δυο που μάλωναν έτρεχαν τότε μπροστά τους, και αυτοί εκρίναν ένας ένας. Στη μέση εκεί ακουμπισμένα στο χώμα περίμεναν δυο τάλαντα χρυσάφι, για να δοθούν σ᾽ εκείνον από τους κριτές που θα ᾽βγαζε την πιο δίκαιη κρίση. …………………………………………………………………… Έβαλε και ένα νέο χωράφι ήμερο,541 γη καρπερή, απλόχωρη, οργωμένη τρεις φορές. Πολλοί ζευγάδες εκεί μέσα πήγαιναν κι έρχονταν, οδηγώντας τα ζευγάρια τους πέρα δώθε. Και όταν γυρίζοντας έφταναν στην άκρη του χωραφιού, ερχόταν τότες ένας άντρας και τους έδινε κρασί γλυκό σα μέλι·545 εκείνοι εγύριζαν στον όργο πάλι και πάλι, γυρεύοντας να φτάσουν ως την άκρη του νέου χωραφιού με το βαθύ χώμα. Και το χωράφι πίσω τους εμαύριζε κι έμοιαζε οργωμένο, ας ήτανε από χρυσάφι· ήτανε ένα θαύμα αυτό που έφτιαξε. …………………………………………………………………… Έβαλε αμπέλι όμορφο, χρυσό, με κλήματα που ελύγιζαν από το βάρος του καρπού· ήτανε μαύρα τα σταφύλια του και τα κλήματα πέρα ώς την άκρη έγερναν πάνω σε ασημένιες βέργες. Από τη μια κι από την άλλη έβαλε αυλάκι εβένινο και γύρω το έκλεισε με φράχτη από κασσίτερο. Εκεί οδηγούσε μονάχα ένα μονοπάτι,565 απ᾽ όπου περνούσαν εκείνοι που μετέφεραν τον καρπό, όταν τρυγούσαν το αμπέλι. Παρθενικά κορίτσια και νέοι ανύμφευτοι και ανέμελοι σήκωναν σε πλεχτά καλάθια τον καρπό γλυκό σα μέλι. Εκεί στη μέση κάποιο αγόρι έπαιζε με τη λιγυρή φόρμιγγα μελωδίες που ξυπνούν τον πόθο και με την ηδυπάθεια της φωνής του570 τραγουδούσε θεσπέσια το τραγούδι του Λίνου.5 Εκείνοι ακολουθούσαν χτυπώντας όλοι με τα πόδια τους το χώμα και λικνίζονταν τραγουδώντας και αλαλάζοντας. …………………………………………………………………… Εσκάλισε κι ένα χορό ο φημισμένος τεχνίτης με τα κυρτά πόδια590 όμοιο μ᾽ εκείνον που έφτιαξε κάποτε στην απλόχωρη Κνωσσό ο Δαίδαλος για την καλλίκομη Αριάδνη. Εκεί εχορεύαν νέοι ανύπαντροι και παρθένες βαρύτιμες, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου στον καρπό. Οι γυναίκες φορούσαν αραχνοΰφαντα φορέματα,595 οι άντρες χιτώνες με τέλεια ύφανση, που αχνοφέγγιζαν από το λάδι.6 Εκείνες έφεραν ωραία στεφάνια, εκείνοι είχανε χρυσά μαχαίρια που κρέμονταν από αλυσίδες ασημένιες· με ασκημένα πόδια άλλοτες έτρεχαν αβίαστα, όπως όταν ένας κεραμέας καθιστός600 δοκιμάζει ανάμεσα στις παλάμες του το ζυγισμένο τροχό να δει αν γυρίζει· άλλοτε πάλι έτρεχαν σε δυο σειρές αντικρυστά. Μέγα πλήθος όρθιο γύρω τους χαίρονταν τον χορό που ξυπνάει τον πόθο· και δίπλα τους δυο ακροβάτες605 άρχιζαν το τραγούδι και στροβιλίζονταν εκεί στη μέση.
Έβαλε τέλος και το ακατάλυτο ποτάμι του Ωκεανού πλάι στο ακρότατο στεφάνι της στερεής ασπίδας.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
|

Ο σχεδιασμός της ασπίδας όπως απεικονίστηκε από τον Angelo Monticelli, στο Le Costume Ancien ou Moderne