Οι αναγνώσεις της Κυριακής… Γ. Σεφέρης
Διαβάζει η Μαριαλένα Γκογκίδη
Γ. Σεφέρης, «Άνοιξη μ.Χ.»
Πάλι με την άνοιξη
φόρεσε χρώματα ανοιχτά
και με περπάτημα αλαφρύ
πάλι με την άνοιξη
πάλι το καλοκαίρι
χαμογελούσε.
Μέσα στους φρέσκους ροδαμούς
στήθος γυμνό ως τις φλέβες
πέρα απ’ τη νύχτα τη στεγνή
πέρα απ’ τους άσπρους γέροντες
που συζητούσαν σιγανά
τί θά ‘τανε καλύτερο
να παραδώσουν τα κλειδιά
ή να τραβήξουν το σκοινί
να κρεμαστούνε στη θηλιά
ν’ αφήσουν άδεια σώματα
κει που οι ψυχές δεν άντεχαν
εκεί που ο νους δεν πρόφταινε
και λύγιζαν τα γόνατα.
Με τους καινούργιους ροδαμούς
οι γέροντες αστόχησαν
κι όλα τα παραδώσανε
αγγόνια και δισέγγονα
και τα χωράφια τα βαθιά
και τα βουνά τα πράσινα
και την αγάπη και το βιός
τη σπλάχνιση και τη σκεπή
και ποταμούς και θάλασσα∙
και φύγαν σαν αγάλματα
κι άφησαν πίσω τους σιγή
που δεν την έκοψε το σπαθί
που δεν την πήρε καλπασμός
μήτε η φωνή των άγουρων∙
κι ήρθε η μεγάλη μοναξιά
κι ήρθε η μεγάλη στέρηση
μαζί μ’ αυτή την άνοιξη
και κάθισε κι απλώθηκε
ωσάν την πάχνη της αυγής
και πιάστη απ’ τ’ αψηλά κλαδιά
μέσ’ απ’ τα δέντρα γλίστρησε
και την ψυχή μας τύλιξε.
Μα εκείνη χαμογέλασε
φορώντας χρώματα ανοιχτά
σαν ανθισμένη αμυγδαλιά
μέσα σε φλόγες κίτρινες
και περπατούσε ανάλαφρα
ανοίγοντας παράθυρα
στον ουρανό που χαίρονταν
χωρίς εμάς τους άμοιρους.
Κι είδα το στήθος της γυμνό
τη μέση και το γόνατο
πώς βγαίνει από την παιδωμή
να πάει στα επουράνια
ο μάρτυρας ανέγγιχτος
ανέγγιχτος και καθαρός,
έξω απ’ τα ψιθυρίσματα
του λαού τ’ αξεδιάλυτα
στον τσίρκο τον απέραντο
έξω απ’ το μαύρο μορφασμό
τον ιδρωμένο τράχηλο
του δήμιου π’ αγανάχτησε
χτυπώντας ανωφέλευτα.
Έγινε λίμνη η μοναξιά
έγινε λίμνη η στέρηση
ανέγγιχτη κι αχάραχτη.
16 Μαρτίου ’39
…Ο Mario Vitti γράφει για το ποίημα αυτό: «Το μοναδικό ποίημα που αναφέρεται σε συγκεκριμένο και εξακριβωμένο ιστορικό γεγονός είναι το «Άνοιξη μ.Χ.», χάρη στη χρονολογία που δηλώνει στο τέλος, «16 Μαρτ. ‘39». Τη μέρα αυτή άλλοι γέροντες, οι γέροντες της Τσεχοσλοβακίας, παρέδωσαν τη χώρα τους στον Χίτλερ. Το ποίημα προχωρεί με δύο παράλληλα θέματα. Έχουμε μια φιγούρα γυναικεία, ανέμελη και αδίσταχτη, που βαδίζει μες στην άνοιξη (1-6). Η γυναικεία φιγούρα που χαμογελά ξαναεμφανίζεται (42 κ.έ.), και «φορώντας χρώματα ανοιχτά / σαν ανθισμένη αμυγδαλιά» (η αναφορά στον κοινό τόπο του τραγουδιού με τα λόγια του Δροσίνη δεν είναι τυχαία, συνδέεται με τον γενικό τόνο.), πορεύεται σε μια κατεύθυνση με «παιδωμή» (52), «ιδρωμένο τράχηλο / του δήμιου» (60-61), προς πράγματα σκοτεινά και ασαφή, που όμως για την Νόρα Αναγνωστάκη είναι «η Αντίσταση που δεν είχε ακόμα αρχίσει» (1961, σ. 238). Το άλλο θέμα του ποιήματος μιλεί για τους γέροντες που αστόχησαν (20-28). Έτσι προχωρεί μέχρι το στίχο 41. Το μέτρο και ο τόνος αποτελούν ηθελημένη παραφωνία σε σχέση με την βαρύτητα των γεγονότων (τόνο διαφορετικό έχουν οι τρεις τελευταίοι, απομονωμένοι στίχοι). Είναι φανερό πως ο ποιητής έφτιαξε κάτι σαν τραγούδι, σαν μπαλάντα τραγική, όπως θα την έκανε και ο Μπρέχτ λόγου χάρη, για να καταγγείλει την ελαφρότητα των γερόντων. Ως μπαλάντα, το κείμενο είναι και απρόσωπο: ο ποιητής είναι απών, σβήνεται επιμελώς και εξαφανίζεται πίσω από τον τόνο και το ρυθμό του τραγουδιού, που είναι παρωδία τραγουδιού.
https://latistor.blogspot.com/2018/10/blog-post_21.html
