Φρέσκα

ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ…ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

του Χάρη Κατσιμίχα

 

Εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα του 1978, καθόμουν πλάϊ στον φίλο μου, στο πλατύ πεζοδρόμιο της Κούνταμ Στράσσε (κεντρική λεωφόρος του -τότε- Δυτικού Βερολίνου) και είχα το νου μου στο εμπόρευμα, καθώς εκείνος δε μπορούσε να έχει το νου του σε δύο δουλειές ταυτόχρονα .
Έφτιαχνε εκείνος τα υπέροχα κοσμήματα του κι εγώ κοιτούσα πότε αυτόν, πότε τους πελάτες και πότε τα όνειρα μου, που χόρευαν στο πεζοδρόμιο αθέατα από όλους, σαν ασημένιες Βαλκυρίες.
Σε μια στιγμή, δύο μέτρα πιο πέρα, τσουπ! Να’τος, ακόμα ένας τυπακος του δρόμου. Μεσήλικας, κοντούλης, λιπόσαρκος, με ακατάστατα γκρίζα μαλλιά. » όλα Μανόλο!» ακούω το φίλο μου. Δώσε βάση (μου λέει) τι γαμάτα πράγματα θα φτιάξει τώρα. Είναι πολύ καλός, αυτός ο Ισπανός ! «
Ο άλλος μας έγνεψε, μετά ζυγιασθεί το χώρο κι ύστερα, άδειασε τη σακούλα από χοντρό κάμποτο, χύμα στο πεζοδρόμιο. Από μέσα ξεχύθηκαν δεκάδες έγχρωμες κιμωλίες. Κόκκινες, πράσινες, λευκές, γαλάζιες, όλα τα χρώματα. Με ένα βρεγμένο σφουγγάρι καθάρισε τέσσερα πλακάκια, ακούμπησε στο πλάι το πιατάκι για τα κέρματα και άρχισε να ζωγραφίζει.
Έκανε μπαμ, ότι ήταν παλιος. Ήξερε τον «δρόμο» και τους κανόνες του. Ζωγράφιζε..ζωγράφιζε ασταμάτητα και σε καμια ώρα (σκάρτη) τελείωσε. Άδειασε τα κέρματα, τις κιμωλίες και τα λοιπά συμπράγγαλα στην χοντρή σακούλα και.. την έκανε το ίδιο κουλ, όπως ήρθε.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που είδα ένα έργο τέχνης να αρχίζει, να εξελίσσεται και να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου.
Απόμεινα να το κοιτάζω με λύπη και ψιθύρισα «Τι κρίμα…τζάμπα ο κόπος του.. Τόσο όμορφη ζωγραφιά!»
Ο φίλος μου με κοίταξε απορημένος «Τι εννοείς; Γιατί τζάμπα ο κόπος του; Για μια ώρα, έβγαλε μια χαρά μεροκάματο!» «Ρε μπαγάσα ! του λέω. Δε μιλάω για το μεροκάματο! Μιλάω για τη ζωγραφιά, που σε 1 ώρα το πολύ, θα έχει καταστραφεί!» «Μπα..» μου απάντησε. «Κάτσε εδώ λίγο ακόμα και θα δεις, οτι κάνεις λάθος! Το έργο θα το σβήσει η βροχή και όχι οι σόλες  των παπουτσιών! Δεν είναι Ελλάδα εδώ. Κοίταξε τους! (και μού’ δειξε με το βλέμμα τους ανθρώπους)
Ερχόντουσαν μιλιούνια.  Από την πάνω πλευρά της πλατείας, από την κάτω, μια κίνηση φοβερή, γιατί ήταν και απόγευμα Κυριακής.
Ρε φίλε.. Ερχόντουσαν ασταμάτητα και από την πάνω πλευρά και από την κάτω. Και όσοι δε σταματούσαν να θαυμάσουν τη ζωγραφιά, έκαναν «μανούβρα» γύρω της (για να μην την πατήσουν!) και συνέχιζαν το δρόμο τους.
Όταν επέστρεψα από Ελλάδα, τρεις μήνες αργότερα, η ζωγραφιά ήταν ακόμα εκεί. Λίγο σκονισμένη, λίγο θαμπή από το καυσαέριο, αλλά ακόμα εκεί!
ΥΓ : Αυτό εδώ είναι ένα μικρό, πολύ μικρό κομμάτι από το βιβλίο (με τίτλο ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ) που επιτέλους βρήκα το κουράγιο να αρχίσω, καθώς το έχω επανειλημμένα αναβάλλει 5..6 φορές τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. (Ελπίζω στις 5..6 φορές, να μην προστεθεί , άλλη μία)
/Χάρης/