Μια φούντωση μια φλόγα
Βιτάλια Ζίμμερ
Ο Μοσέ επέμενε να κρατήσω σχέσεις με την πατρίδα, αν και όλο αυτό ήταν παράταιρο, εκκωφαντικά παράταιρο. Μοιραία συναντούσα σιωπηλή την Ομογένεια κάποιες Κυριακές στην Εκκλησία, στους καφέδες, στα bazaar και σπάνια στην Λειτουργία γιατί αφενός ήμουν απόμακρη με αυτά και αφετέρου δεν είμαι ορθόδοξη. Βέβαια, δεν μπορείς ποτέ να ξεφύγεις από την παρατήρηση και το συμπέρασμα ότι δεν λαμβάνεις θεία κοινωνία βγαίνει γρήγορα και εύκολα. Όπως δεν περνάει απαρατήρητος ο οβολός που χάρη στον Μοσέ ήταν αξιοσημείωτος. Ο Μοσέ, ο μέντορας μου, πάντα ήθελε να έχω καλές σχέσεις με παπάδες και ραβίνους. Γιατί όπως έλεγε πάντα, αν βρεθείς στο δρόμο, θα σου δώσουν ένα πιάτο φαΐ και ένα κρεβάτι να κοιμηθείς μέχρι να υπάρξει λύση. Και ο οβολός που δίνεις τώρα σε κάποιους άλλους πάει.
Η ρουτίνα των πρωινών συναντήσεων στην Εκκλησία διακόπτεται σε γάμους και σε βραδιές μπουζουκιών, όπου η καθωσπρέπει καθαρότητα της αυγής, μετατρέπεται σε κάτι άλλο, πάντα με τη βοήθεια του αλκοόλ. Είναι το βράδυ, που δείχνει αν κάποιος είναι λυκάνθρωπος και αποκαλύπτει τα πραγματικά του πλάνα.
Σάββατο βράδυ, μπουζούκια, προσκλήσεις, αφίσες, promotion στην Εκκλησία τις προηγούμενες Κυριακές για «τον ετήσιο χορό». Είναι το γεγονός της χρονιάς. Οι στόχοι του «ετήσιου χορού» είναι πολλοί. Εισπρακτικοί, επίδειξη πλούτου, απόδειξη της οικογενειακής επιτυχίας και φυσικά το νυφοπάζαρο. Βλέπεις, άλλοι βρίσκονται στο γήρας, άλλοι στη νιότη, άλλοι παντρεύονται, άλλοι αναζητούν ταίρι, άλλοι απέκτησαν παιδιά και εγγόνια. Ο καθένας βρίσκεται στο στίβο της ζωής σε άλλη διαδρομή, λίγο μπροστά, λίγο πίσω, ακόμα και γύρους μπροστά και γύρους πίσω.
Πίσω από όλη αυτήν την ιστορία της παραφωνίας μου στο ψηφιδωτό του απόδημου Ελληνισμού κρύβεται με απόλυτο τρόπο η ιστορία της πατρίδας. Δεν υπήρχαν Μακεδόνες απόδημοι στις ΗΠΑ. Ήταν ελάχιστοι και στα αζήτητα, σε αντίθεση με την Γερμανία, την Αυστραλία και τον Καναδά και οφείλεται στην πιο καθυστερημένη ένταξη της Μακεδονίας στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος. Ειδικότερα η Γερμανία αποτέλεσε χώρα προορισμού για παιδιά Πόντιων προσφύγων. Άρα, έχω να κάνω κυρίως με νησιώτες από νησιά που αδυνατούσαν να παράγουν τροφή για όλους στα δύσκολα χρόνια και Πελοποννήσιους – Στερεοελλαδίτες – Ηπειρώτες. Γενικά «καμπίσιους» δεν έβρισκες στις ΗΠΑ εκτός από τυχοδιώκτες και όσους δεν είχαν κάποια περιουσία για να ζήσουν από αυτή. Πολλοί δε μετανάστες της δεύτερης περιόδου, ήταν γαμπροί και νύφες παιδιών των πρώτων μεταναστών που υπέκυψαν στο δέλεαρ του Αμερικάνικου Ονείρου, με τα τεράστια αυτοκίνητα. Εδώ θέλω να εξαίρω εμφατικά την παρουσία των Κυπρίων αδελφών που εντάχθηκαν στις Ελληνικές κοινότητες. Ήταν σαφώς πιο ήσυχοι και αρκετά προβληματισμένοι για το αν θα υπάρχει η πατρίδα τους. Το Plan B ήταν η Ελλάδα φυσικά. Και μέσα σε όλο αυτό ήταν ένα συνονθύλευμα προφορών της Ελληνικής, που δεν είχε καμία σχέση με τα αστικά κέντρα. Και αν προσθέσουμε και τη δική μου αδυναμία σωστής άρθρωσης λόγω γερμανικής προφοράς, τότε η απορία γινόταν χειρότερη.
Η χρυσή τομή ανάμεσα στα ηπειρώτικα, τα νησιώτικα και το τσάμικο ήταν το μπουζούκι με τραγούδια όχι τόσο από το ρεμπέτικο, αλλά από την εποχή μετά από αυτό, χωρίς όμως να αποκλείεται. Χασικλίδικα τραγούδια ή αντάρτικα δεν άκουγες ποτέ. Νομίζω η χρυσή εποχή του Στράτου Διονυσίου, Ρίτας Σακελλαρίου, Χιώτη κλπ, κυριάρχησε στο ρεπερτόριο του απόδημου Ελληνισμού. Κι ήταν και εκείνος ο παράξενος ο Λεμονόπουλος, ασπρόμαυρο τον θυμάμαι γιατί δεν τον έζησα, αλλά τα χνάρια του ήταν βαθιές χαρακιές στη δύσβατη Γη των απόδημων.
Τα τραπέζια είναι στημένα. Ομολογώ ότι τα πάντα ήταν στην εντέλεια. Άλλωστε ήταν όλα προπληρωμένα και δεν υπήρχε η έννοια της επένδυσης. Η ζήτηση για προσκλήσεις ήταν μεγαλύτερη από την προσφορά και όλα ήταν υπερτιμημένα, όχι όμως σε υπέρμετρο βαθμό γιατί μπορεί να στραβώσει όλο αυτό. Πάντα όμως αυτή η υπεραξία ενσωμάτωνε το νόστο, την ανάγκη της στήριξης της ταυτότητας και την ευκαιρία να έρθουμε εις κοινωνίαν. Έκαναν τα πάντα για μην ξεχάσουν ότι είναι Έλληνες και γι’ αυτό προτιμούσαν καλλιτέχνες από την πατρίδα και όχι μόνο ντόπιους απόδημους.
Η άσκηση της κατανομής μας σε τραπέζια ήταν πάντα δύσκολη. Είναι πολύ δύσκολο να πας μόνη – χωρίς συνοδεία σε τέτοιους «χορούς». Πρέπει να αγοράσεις τουλάχιστον δύο προσκλήσεις ή να ενταχθείς σε κάποια οικογένεια. Κι εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. Μία ξένη σε μία οικογένεια σημαίνει ότι κάτι υπάρχει. Αν η οικογένεια έχει αγόρια της παντρειάς τότε η εμφάνιση μαζί τους, είναι μία ανεπίσημη επισημοποίηση του υποχρεωτικά επερχόμενου αρραβώνα. Επιλέγεις οικογένεια με κορίτσια, περίπου στην ίδια ηλικία. Και αυτό είναι επίσης πρόβλημα, γιατί τότε το τραπέζι «έχει φαΐ» για τους επίδοξους γαμπρούς και τα επίδοξα πεθερικά. Παραμένει όμως η λιγότερο χειρότερη επιλογή.
Η μουσική ξεκινάει, κάπως άγαρμπα ως προς τις επιλογές. Η ευφορία είναι διάχυτη στα πρόσωπα και στη γλώσσα του σώματος. Όλοι είναι καλοντυμένοι, χωρίς να απουσιάζουν κάποιες εξαιρέσεις κακομοιριάς για άντρες και υπερβολής για τις γυναίκες. Όλοι όμως έχουν να επιδείξουν το ρούχο, το μαλλί, τους γόνους, τους γαμπρούς και τις νύφες και τους απογόνους. Μικρά αγόρια με κοστούμια και μικρά κορίτσια με φορεματάκια και στέκες. Όλα μοιάζουν ίδια, σαν να είναι στολές και όχι ρούχα.
Το φαγητό είναι εξαιρετικό, θα έλεγα περισσότερο από πλήρες. Στις μερίδες δεν κάνουν τσιγκουνιά. Διασκέδαση για τον Έλληνα είναι και το φαγητό. Στην αρχή το φαγητό υπερτερεί της μουσικής. Υπάρχει λόγος για αυτό.
Σταδιακά, όσο μειώνεται η ποσότητα του φαγητού στα τραπέζια, αυξάνεται η ένταση της μουσικής και το πιόμα. Μία τεράστια χημική αντίδραση ομαδικού χαρακτήρα συμβαίνει για να καταλήξει στον εγκέφαλο, όπου το αλκοόλ θα χαλαρώσει τους δεσμούς των δύο ημισφαιρίων και η λογική αρχίζει να χάνει τη μάχη με το αυθόρμητο.
Κι ενώ τα νέα ζευγάρια είναι κολλημένα στις καρέκλες για να μην γίνει καμία παρεξήγηση, η τρίτη ηλικία ξεφαντώνει στο χορό. Μαζί τους και ο ανύπαντρος πληθυσμός σε έναν άτυπο διαγωνισμό προβολής της ηθικής, της αφθονίας και μίας υποβόσκουσας αίσθησης ότι «αν με επιλέξεις θα ζήσεις ζωή χαρισάμενη».
Ώσπου έρχεται η Φραγκοσυριανή ως στρατιωτικό παράγγελμα, ως μία ευκαιρία για έναν ομαδικό λεβέντικο βαρύ χορό που απαιτεί συντονισμό αλλά και χάρη. Κυρίως όμως είναι μία ευκαιρία να σε αγγίξουν νόμιμα στον ώμο. Σηκώνεται σκόνη για το ποιος και ποια θα βρεθεί στην πρώτη σειρά για φανεί καλύτερα.
Όμως ποια από όλες μας είναι η Φραγκοσυριανή;
Ποια είναι εκείνη η μάγισσα που κάνει μάγια, που προκαλεί μία φούντωση μία φλόγα στην καρδιά, που οδηγεί κάποιον στον στιγμιαίο έρωτα που φαντάζεται μόνο χάδια και φιλιά;
Πώς να μοιάζει άραγε εκείνη που κάνει τον άντρα να πάθει συγκοπή, να επιθυμεί σαν τρελός στιγμές ρομάντζας σε τοπωνύμια με περίεργα ονόματα, ασυνήθιστα για την υπόλοιπη Ελλάδα;
Μάλλον ο χορός πρέπει να χορεύεται από τρελά ερωτευμένους άντρες, αλλά εδώ είναι αλλιώς. Το κορίτσι προβάλλεται ως η όμορφη Καθολική γυναίκα της Σύρου και ο άντρας ως εκείνος που υπόσχεται τον τρελό έρωτα. Ανοησίες. Νυφοπάζαρο είναι. Το τραγούδι είναι μονομερές. Δεν λέει τι θα τρώμε και πώς θα βγάζουμε τα προς το ζην.
Όχι όμως για όλους. Υπήρχαμε κι εμείς, που ήρθαμε στο κέφι, μερακλώσαμε και χορέψαμε και μετά πήγαμε στο σπίτι μας με ένα βουητό στο κεφάλι μας από το ποτό και τον θόρυβο.
Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι σοφοί, κουρασμένοι από την ξενιτιά, που αμφισβήτησαν ότι άξιζε τον κόπο να φύγουν από την πατρίδα. Είναι εκείνοι που ο νόστος είναι πραγματικός και η Φραγκοσυριανή είναι η μουσική πλευρά του έρωτα για την πατρίδα, που δεν έσβησε ποτέ. Είναι εκείνοι που τα μάτια τους βουρκώνουν όταν ακούνε το τραγούδι αυτό. Την τελευταία φορά που πήγα σε χορό, επέλεξα τέτοια παρέα, γιατί το πλάνο μου ήταν να φύγω, να γυρίσω στην πατρίδα. Ήμασταν στο ίδιο μήκος κύματος και ήμουν η τρανή απόδειξη ότι αυτό μπορεί να συμβεί.
Τις επόμενες μέρες ακολουθούν τα μεθεόρτια. Είναι το φιξάρισμα, το deal, το settlement σε ανάμικτα ελληνικά με αγγλικά. Σε καλούν «για καφέ» στο σπίτι και για αυτό από τότε σιχάθηκα την φράση αυτή. Η πρόσκληση γίνεται για πολλούς λόγους. Είναι διερευνητική. Σε καλούν οι γονείς και όχι ο ενδιαφερόμενος μαμάκιας. Αμύητη και κινούμενη από την αστική ευγένεια και μέσα στην προσπάθεια να ξεφύγω από το διάβασμα και να έχω κοινωνική ζωή, την πάτησα.
Η πρώτη ερώτηση είναι η καταγωγή. Έχουμε πρόβλημα. Η Θεσσαλονίκη είναι σπάνια. Ακόμα πιο σπάνια η Εβραϊκή καταγωγή. Και το αδύνατον είναι το κράμα Βαυαρίας. Μπλέξανε οι άνθρωποι. Ο αρχικός ενθουσιασμός για την ψηλή κοπέλα υποβαθμίζεται αισθητά. Αλλά ακόμα δεν έχει έρθει το απόλυτο μηδέν της απόρριψης για το άγνωστο, που σημαίνει μπέρδεμα δηλαδή. Εξηγείς ότι δεν έχεις τίποτα. Ότι είσαι μόνο εσύ κι ένα Toyota μεταχειρισμένο. Ότι μένεις στο νοίκι και ότι η μάνα σου σε έδιωξε στα 18 για να σπουδάσεις σε άλλη πόλη, να ζήσεις μόνη σου, να πλένεις, να σιδερώνεις, να μαγειρεύεις, να καθαρίζεις και βρε αδερφέ να στρώνεις το κρεβάτι σου. Δεν είναι αποβολή από τη ζωή, είναι βουτιά με το κεφάλι στον κρύο ταραγμένο ωκεανό της πραγματικής ζωής. Είναι η δεύτερη βάπτιση στην πραγματικότητα της ζωής, η μόνη που θυμάται ο άνθρωπος. Δεν σημαίνει ότι η μάνα σου δεν σε αγαπά. Τι δεν καταλαβαίνεις; Δεν είμαι γραμμάτιο πληρωτέο και δεν υποχρεούται κανείς να πληρώσει τα πάντα σε ένα γάμο επειδή έχει κόρη. Δεν υπάρχει κανείς. Ο πατέρας μου δεν ζει και η μάνα μου έχει ένα καλό ρούχο να έρθει επίσκεψη και να κάνει ένα δώρο. Αυτά είναι όλα. Είναι λίγα, αλλά και πολλά. Αναλόγως τι ψάχνεις. Αλλά το θέμα είναι ότι εδώ το ψάχνουν οι γονείς και όσοι κάνουν προξενιά και όχι οι ενδιαφερόμενοι. Διότι οι ενδιαφερόμενοι εκφράζονται αλλιώς και στοχεύουν αλλού. Δεν είναι όμως κανείς διακείμενος να αφήσει τα έτοιμα και να χτίσει κάπου άλλου μακριά μία νέα ζωή από το μηδέν.
Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει φούντωση, δεν υπάρχει φλόγα, δεν υπάρχει τίποτα. Το κλάσμα απλοποιήθηκε και έβγαλε αποτέλεσμα τον άσσο. Δεν πειράζει. Συνεχίζουν την προσπάθεια. Στον επόμενο χορό, ή σε κάποιο γάμο που θα είναι καλεσμένοι. Με κάποιους θα τα βρουν και αυτό θα συνεχίζεται στο διηνεκές ολοένα και πιο φθαρμένο, μέχρι που κάποια στιγμή οι απόγονοι δεν θα παντρευτούν Ελληνίδα ή Έλληνα. Τότε τελειώνουν όλα. Από τη μία λες ότι είναι κρίμα αλλά από την άλλη δεν μπορείς να το κρατήσεις για πάντα. Στο τέλος, δεν θα μιλάει κανείς απόγονος Ελληνικά με την παγιωμένη προφορά της επαρχίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ίσως να υπάρχει κάτι κάπου που να είναι γαλανόλευκο.
Την τελευταία φορά σηκώθηκα να χορέψω. Δεν υπήρχε το συμβατικό βραδινό φόρεμα, παρά ένα τζιν εφαρμοστό, λευκό πουκάμισο και μπλε σακάκι. Χόρεψα για την δικιά μου Φραγκοσυριανή που είναι ολόκληρη η Ελλάδα και ευτυχώς δεν παρέμεινε ανεκπλήρωτος έρωτας. Απεναντίας βρήκα την Ελλάδα και αλλού μέσω της μουσικής, όμως η αλήθεια είναι ότι μου έλειψαν όλα αυτά και βρίσκονται σε ξεχωριστό σημείο της καρδιάς μου.
Επέλεξα αυτή την εκτέλεση διότι είναι πολύ κοντά ως ήχος και ερμηνεία και δεν απέχει σχεδόν καθόλου το άκουσμα από την βιωματική εμπειρία.