Της Ετζ Χαγίμ ξαδέρφια
Βιτάλια Ζίμμερ
Μια τσάντα πορτοκάλια μου δωκαν δώρο αποχαιρετισμού, το βιος τους δηλαδή. Και σ’ ένα χαρτάκι χωμένο ανάμεσα είδα γραμμένο:
Μια παντέρμη, ξενόφερτη,
με τσαγανό και γνώση,
εσκόρπισε το βάρος μας
με μια σταγόνα φως.
Σε μπελά με βάλατε ξανά κι έγραψα αυτό που λείπει…
Μια νύχτα του ήσυχου χειμώνα,
στη γη της Κρήτης εκατέβη.
Δεν ήρθε για χορό,
ούτε για έρωτα,
ούτε για το φως του νότου.
Ήρθε ντυμένη στα σκοτεινά,
με βλέμμα καθαρό
και μπουκάλι που στάλα του χρυσάφι.
Ήρθε από την πόλη τη μεγάλη,
που ’χει ιστορία κι αίμα —
απ’ τη Σαλονίκη.
Κι έκατσε χάμω, σαν άντρας,
δίπλα στα κάρβουνα και στ’ αντικριστά.
Και την ερώτησαν οι ντόπιοι:
— Τι ήρθες, κόρη, να βρεις εδώ;
Τι γυρεύεις ανάμεσα σε μαυροπουκαμισάδες;
Κι εκείνη είπε:
— Ήρθα για τους δικούς μου.
Της Ετζ Χαγίμ το αίμα,
που χάθηκε στου Ταναΐς το βάθος.
Ψάχνω φωνές,
που δεν ακούστηκαν ξανά.
Κι έπεσε σιγή.
Κι ο νοικοκύρης εσκούρισε.
Κι έγνεψε της γυναικός του:
— Φέρε το καλό. Όχι το συνηθισμένο.
Αυτό που φυλάς για τ’ άγραφα.
Και τότες ήπιαν για τους χαμένους.
Μίλησαν για πλοία δίχως επιστροφή.
Για σπίτια άδεια.
Για όνειρα που έμειναν στο μούλικο το κύμα.
Και σαν τους είπε:
— Γιατρεύω πληγές.
Μαύρα πουκάμισα τα σκίζω.
Και κλαίνε κι οι άντρες, το ξέρω.
Δεν μίλησε κανείς.
Μόνο τη δέχτηκαν.
— Είμαι Εβραία Σεφαρντίμ, είπε.
Μα γύρευα τους Ρωμανιώτες.
Κι έσμιξαν τότε δυο χαμένες φλέβες
σ’ ένα τραπέζι που δεν ήξερε μίσος.
Αφιερωμένο στην Όλγα μας απο τα Χανιά. Είθε το σύμπαν να σε κάνει αθάνατη.