Θερινό Σινεμά, Αγάπη μου
Βιτάλια Ζίμμερ
Ένα ωραίο βραδάκι, μόλις είχε σουρουπώσει και η περιζήτητη δροσιά άρχισε να υπάρχει, δειλά δειλά κι εκείνη που πασχίζει να δηλώσει παρούσα σε δρόμους φραγμένους με μπετόν.
Πάμε για περπάτημα, ντυμένοι κάπως casual, το σώμα να αναπνέει. Ούτε μακιγιάζ, ούτε τσάντες, ούτε υποδήματα. Εσύ κι εγώ.
Στην αρχή ήταν καλά, δρόμος με δέντρα δίπλα σ’ ένα ξερό ποτάμι. Καλά είναι εδώ. Δέκα βήματα μετά, ένας σπασμένος κάδος. Πάνω του σύμβολα ομάδων. Γίνεται μάχη πάνω στον κάδο. Ένα ακόμα ματς ποδοσφαιρικών ομάδων εξελίχθηκε σε άσχετο σημείο.
Λίγο πιο κάτω ένα όμορφο ξύλινο κατασκεύασμα, ταιριαστό με το περιβάλλον. Γράφει antifa. Το χάλασε ο βλάκας. Το ξύλο δεν ψηφίζει, δεν μιλάει, δεν εκφράζεται από μόνο του. Κι αυτός ο βλάκας ο antifa, έγραψε παντού. Ένας ηλίθιος είναι που θέλει να μας κάνει να νομίζουμε ότι είναι πολλοί.
Στο όμορφο παρτέρι σκουπίδια πεταμένα, απόρροια των κάδων που έσπασαν. Ή μήπως όχι;
Στρίβουμε, μπαίνουμε στο τσιμέντο. Κλειστά καταστήματα παντού. Έκλεισαν και δεν άνοιξαν ποτέ ξανά. Ο χρόνος φαίνεται. Φθορά, βανδαλισμοί και συνθήματα ομάδων και antifa το απαξιώνουν εντελώς. Κάποτε αυτό έθρεφε μια οικογένεια τουλάχιστον. Τώρα, είναι σαν όρθιος πεθαμένος άνθρωπος.
Στο βάθος η εικόνα γίνεται καλύτερη. Βλέπω πράσινο. Φώτα. Ανθρώπους.
Είναι ένα θερινό σινεμά. Κοιταχτήκαμε και χωρίς να μιλήσουμε πήγαμε. Ο,τι και να παίζει, ας το δούμε.
Notorious, Χίτσκοκ.
Ο Χίτσκοκ μας κάνει μία ακόμα φάρσα ως από μηχανής θεός. Η 7η τέχνη θα γιατρέψει τα μάτια μας και τις αισθήσεις μας από το βασανισμένο αστικό τοπίο. Οι άνθρωποι είναι σαν τις κατσαρίδες. Δεν φροντίζουν το χώρο που ζουν.
Μπυρίτσα, λίγο ποπ-κορν και στις θέσεις μας. Το κοινό είναι μεγάλοι. Απουσιάζει η νεολαία. Δικαίως απουσιάζει. Όχι για εκείνους, αλλά για εμάς, που θα την απολαύσουμε χωρίς ενοχλήσεις. Άλλωστε στις μέρες μας σπανίζει να βρίσκεσαι με κόσμο και να μην υπάρχει διένεξη και φωνές. Εδώ είναι όλοι ψιλιασμένοι. Κατά πάσα πιθανότητα θα δουν κάτι που έχουν ξαναδεί.
Γιασεμί, αρώματα γυναίκα και ανδρικά, ευτυχώς χωρίς υπερβολή. Και μπροστά το πανί περιμένει μία ακόμα προβολή. Από πάνω, ο ουρανός. Είμαστε μέσα στο σινεμά, αλλά και έξω ταυτόχρονα. Αυτό είναι το θερινό σινεμά. Μέσα κι έξω την ίδια στιγμή, μία κβαντική κατάσταση που μόνο καλοκαίρι την ζεις. Θερινό σινεμά.
Notorious. Alicia Huberman – Το Παγωμένο Φως του Θανάτου
Η όμορφη Μπέργκμαν.
Όχι εκείνη που κρατά λουλούδια ή μιλά για ηθική· αλλά εκείνη που σέρνει το βλέμμα και σε θυσιάζει με χαμόγελο. Δεν χρειάζεται να γδυθεί. Η γοητεία της απλώνεται σαν αιθέριο δηλητήριο. Δεν την βλέπεις να ενεργεί — την νιώθεις να διαπερνά. Το πρόσωπό της; Αγγελικό. Το βλέμμα της; Κρύο σαν μαχαίρι κουζίνας που μόλις έκοψε την τελευταία σου ελπίδα. Είναι στιβαρή. Κινείται όπως ένα αιλουροειδές που ξέρει ότι δεν θα πιαστεί ποτέ. Ατίθαση και ασάλευτη. Δεν τρέμει, δεν εκλιπαρεί, δεν χρειάζεται συγγνώμη. Είναι δολοπλόκα, αλλά όχι από κακία — από ανάγκη να επιβιώσει εκεί που όλοι παίζουν με χαρτιά και εκείνη κρατάει δηλητήριο. Αντιρομαντική. Κάνει έρωτα με το ίδιο βλέμμα που κάνει κατασκοπεία, ως υποχρέωση, όχι ως δώρο. Είναι black humor η ίδια. Μια φάρσα της μοίρας ντυμένη με σατέν. Εκεί που γελάς με το πικρό της βλέμμα, συνειδητοποιείς ότι δεν σε χρειάζεται — και αυτό σε διαλύει. Δεν παραδίδεται. Δεν ζητάει τίποτα. Καταστρέφει με το να υπάρχει.
Το κρύο χαμόγελο του Βορρά, το απόλυτο απαγορευμένο αντικείμενο του πόθου, που σε κάνει να την ερωτευτείς παρόλο που ξέρεις πως δεν έχεις καμία πιθανότητα. Κι αν είσαι αργόμυαλος στον έρωτα, θα καείς.
Κι αυτό το ατελές φιλί, η άλλη φάρσα του Χίτσκοκ, αυτή τη φορά ενάντια στη λογοκρισία, και στο κοινό, σε κάνει να θες φιληθείς εσύ. Μεγαλώνει ο πόθος εκθετικά. Ταυτίζεσαι και δεν ταυτίζεσαι ταυτόχρονα.
Τα χέρια μας πιασμένα, μα με τη σκηνή αυτή θα ξεκινήσουν μία αισθησιακή χορογραφία, ζωγραφίζοντας νοερά την παλάμη του άλλου. Χαράσσουν σχήματα με καμπύλες, όσο πιο απαλά και αργά γίνεται. Σχεδόν δεν αγγίζει ο ένας τον άλλον, αλλά νιώθεις ότι κάτι σου κάνει. Ο αληθινός πόθος δεν έχει επαφή. Κινούμαστε στο όριο…
Θερινό Σινεμά, Αγάπη μου
