Φρέσκα

“Παράσημο ανδρείας”

της Γρηγορίας Γρηγορίου-Αντωναράκη

 

Το στέκι της ήταν ακριβώς πίσω από τον επιβλητικό Ναό της Αναστάσεως, ή άλλως, Ναό του Ρέοντος Αίματος, με τους φημισμένους, κρεμμυδόσχημους τρούλους, τα εντυπωσιακά ψηφιδωτά και τα πράσινα μωσαϊκά του. Εκεί, στην υπαίθρια αγορά, τη γεμάτη σουβενίρ, εικόνες, καπέλα σάπκι και μάλλινες εσάρπες, η Γελένα έβγαζε το ψωμί της πουλώντας μπαμπούσκες. Εκείνη προτιμούσε να τις ονομάζει Ματριόσκες, γιατί της άρεσε ο συμβολισμός της γονιμότητας που συνιστά αυτή η ιδιόρρυθμη, φουσκωτή κουκλίτσα με τις όλο και μικρότερες, φωλιασμένες φιγούρες μέσα στην κοιλιά της.

Μόλις έφτανε τις αράδιαζε σχολαστικά πάνω σ’ ένα μακρόστενο πάγκο ανοίγοντας μερικές για δείγμα. Επτά ομοιόμορφες κουκλίτσες παρατάσσονταν στη σειρά, η μια μικρότερη απ’ την άλλη, λες κι ήταν έτοιμες να σου διηγηθούν την ιστορία τους. Η Γελένα ήταν περήφανη για τη δουλειά της, μιας και ήταν εκείνη η δημιουργός. Με το λεπτό της πινελάκι ζωντάνευε τα πρόσωπά τους με έντονα χρώματα και καλλίγραμμα χείλη επιμένοντας στα πλουμιστά σχέδια του φορέματος και τα λεπτοκαμωμένα λουλούδια της μαντίλας. «Είναι η ενδυμασία Σαραφάν», εξηγούσε όλο καμάρι στους πελάτες της, «η παραδοσιακή εθνική μας φορεσιά».

 

Κάπως σαν μπαμπούσκα έμοιαζε κι εκείνη, με το πολύχρωμο μαντιλάκι της δεμένο σφιχτά κάτω απ’ το πηγούνι και την πλουμιστή ζακέτα της ριγμένη στους ώμους.

Κάπου-κάπου τη συνόδευε και ο Εβγκένι, ο μοναχογιός της. Ήταν ένας ψηλός, όμορφος νέος που ακτινοβολούσε ρωσική αρχοντιά, ιδιαίτερα όταν φορούσε την «κοσοβορότκα», τη μακριά αγροτική πουκαμίσα με τα κόκκινα κεντίδια. Παρά το φόρτο εργασίας του και το απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα στο τμήμα της ιστορίας του Πανεπιστημίου Πέτερχοφ της Αγίας Πετρούπολης, ο νεαρός φοιτητής εύρισκε πάντα χρόνο να επισκεφτεί τη μητέρα του και να δώσει κι αυτός ένα χεράκι βοήθειας ξεκουράζοντάς την.

Τις ηλιόλουστες μέρες η γοητευτική πολιτεία με τα επιβλητικά κτίρια και τον πλωτό ποταμό Νέβα ακτινοβολούσε σα να είχε βγει μέσα από μαγικό παραμύθι. Ταξιδιώτες και ντόπιοι δε χόρταιναν να θαυμάζουν τα περίτεχνα αρχιτεκτονικά δημιουργήματά και τα γραφικά, τοξωτά γεφυράκια της. Ποια άλλη πόλη είχε τέτοια μουσεία ν’ αναδείξει, τέτοια μεγαλόπρεπα παλάτια , αριστοτεχνικούς καθεδρικούς ναούς, όπερες, πλατείες, κήπους;

Η Γελένα αγαπούσε τον τόπο της, και άντεχε τους δριμείς χειμώνες και τη σκληρή καθημερινότητα γιατί είχε το γιό της, το στήριγμά της, κι ας ήταν μόνοι τους στον κόσμο. Η ζωή τους δεν ήταν εύκολη, ήταν όμως όμορφη γιατί την είχαν αποδεχτεί. Το έβλεπες στα πρόσωπά τους που ήταν ήρεμα και γελαστά. Το μικρό και ταπεινό σπιτάκι τους ήταν πάντα ανοιχτό σε φίλους και γείτονες και δεν ήταν λίγες οι φορές που μαζεύονταν τα βράδια είτε για να παίξουν μπαλαλάικα και να τραγουδήσουν, είτε για να γευτούν σπιτικές λιχουδιές κουβεντιάζοντας για μια ταινία, ή ένα καλό βιβλίο. Αυτοσχέδια ράφια στον τοίχο, τραπεζάκια, κομοδίνα, ακόμα και σκαμπό φιλοξενούσαν στοργικά ένα σωρό βιβλία, με προτίμηση τα αριστουργήματα της Ρωσικής λογοτεχνίας: Τολστόι, Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκι, Πούσκιν… Αυτά ζέσταιναν τις παγωμένες χειμωνιάτικες νύχτες τους μετατρέποντας το μόχθο της καθημερινότητας σε πνευματική τροφή και υπέροχα ταξίδια γνώσης.

Τον τελευταίο καιρό όμως ένα μαύρο σύννεφο είχε σκεπάσει την όμορφη πολιτεία και οι άνθρωποι είχαν πάψει να χαμογελούν. Οι τουρίστες όλο και λιγόστευαν και οι ντόπιοι κλείνονταν στα σπίτια τους από νωρίς, ανήσυχοι και λυπημένοι.

Η Γελένα συνέχιζε να πηγαίνει στην αγορά, όχι τόσο για να πουλήσει τις μπαμπούσκες της, αλλά για να συναντήσει φίλους και γνωστούς, να πει μια κουβέντα, ν’ ακούσει κάποια είδηση, κάποιον ενθαρρυντικό λόγο, τώρα που το παλικάρι της, ο Εβγκένι, έλλειπε στον πόλεμο. Τυλιγμένη στο χοντρό της σάλι, καθόταν ώρες ατέλειωτες καμπουριασμένη κι αμίλητη, με μοναδική παρέα την παγωνιά και τις σκέψεις της. Χίλιες εικόνες χόρευαν στο σκοτισμένο της μυαλό, κι εκείνη προσπαθούσε να πιαστεί απ’ τις γλυκές, νοσταλγικές μνήμες που την κατέκλυζαν:

«Αχ, όμορφη κοπέλα μου, αγάπα με επιτέλους, χέι, λα, λα, λα…» Θα το ξανάκουγε ποτέ απ’ τα χείλη του παιδιού της το αγαπημένο του τραγούδι, την Καλίνκα; Θα την ξυπνούσε τάχα το πρωί το χαρούμενο κάλεσμά του από την κουζίνα: «Σήκω μάνα, τα έχω όλα έτοιμα,» με το ζεστό τσάι να αχνίζει στο samovar και τη μυρωδιά των ολόφρεσκων blini να γέμιζε το σπίτι;

Πόσο μακρινά της φαίνονταν τώρα όλα αυτά, λες κι είχαν περάσει αιώνες, λες κι ήταν άπρεπο πλέον να θυμάται τις όμορφες στιγμές. Δεν υπήρχε χώρος για χαρά, γιατί ο πόνος απλώνονταν σα μολυσμένος μανδύας γύρω της, όλο και πιο μόνιμος, όλο και πιο δυσβάσταχτος!

Ήταν μια γλυκιά, φθινοπωρινή μέρα όταν την αποχαιρέτησε. Ο Εβγκένι με στρατιωτική στολή και αρβύλες! Πόσο γελοία, πόσο αταίριαστα ήταν τα ρούχα αυτά επάνω του! Βλέποντάς τον ν’ απομακρύνεται θλιμμένος, τα λόγια της στέρεψαν, δεν έβρισκε ούτε μια παρηγορητική κουβέντα να τον ξεπροβοδίσει, μόνο γαντζώθηκε στο βλέμμα του και πάλευε να αποτυπώσει μέσα της το πρόσωπό του, να το χορτάσει. Τώρα που το σκεφτόταν δεν ήταν σίγουρη αν έφταιγαν τα δάκρυα που είχαν θαμπώσει τα μάτια της ή ο ήλιος, που με το αμείλικτο φως του της έκλεψε αυτή τη στιγμή…

Μαζεμένη στη γωνίτσα της, ολομόναχη ανάμεσα σε ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν σκυθρωποί κι αμίλητοι, ένιωθε να χάνει τα λογικά της. Τεθωρακισμένα οχήματα μάχης άκουγε να σέρνονται σα θεόρατα τέρατα δίπλα της, επιθετικά αεροσκάφη να σκίζουν τον αέρα πάνω απ’ το κεφάλι της, σειρήνες να ουρλιάζουν, νέους άνθρωποι να κλαίνε και να ζητούν βοήθεια…

Το βράδυ επέστρεφε σωστό κουρέλι στο σπίτι της, με το νου της γεμάτο μαύρες σκέψεις και την ελπίδα της για θετικά νέα από το μέτωπο Ρωσίας-Ουκρανίας να εξανεμίζεται. Τον πρώτο καιρό δεχόταν σύντομα τηλεφωνήματα από τον Εβγκένι που την καθησύχαζε ότι ήταν ακόμα σε εκπαίδευση, ότι δεν κινδύνευε, ήταν ζεστά ντυμένος, δεν κρύωνε, δεν έμενε νηστικός…

Είχαν περάσει κάμποσες μέρες χωρίς τηλεφώνημα κι η καρδούλα της έτρεμε. Μάζευε όμως το κουράγιο της και τα πόδια της την οδηγούσαν στον αγαπημένο της ναό του Ρέοντος Αίματος. Γονάτιζε στα παγωμένα μωσαϊκά και παρακαλούσε με δάκρυα Αυτόν που είχε δώσει το αίμα του για τους ανθρώπους να της τον φέρει πίσω, το μονάκριβο γιό, τον αγαπημένο. Εκλιπαρούσε το Θεό της Αγάπης να σταματήσει το μίσος και να φέρει την ειρήνη ανάμεσα στα κράτη. Πότε τον παρακαλούσε και πότε του θύμωνε και αγανακτούσε μαζί του: «Ιησού Χριστέ μου, ακολούθησα το δικό σου δρόμο και τον έμαθα ν΄ αγαπά. Μπορείς όμως να αγαπάς όταν πολεμάς; Αν αγαπάς χάνεσαι, κι αν πάλι δεν αγαπάς, χάνεις την ανθρωπιά σου!»

Ένα μουντό, συννεφιασμένο πρωινό, προτού καλά-καλά χαράξει, άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπά επίμονα και ένα τρέμουλο κυρίευσε το κορμί της. Ένας ανέκφραστος αξιωματικός, με το ατσαλάκωτο στρατιωτικό κουστούμι του στολισμένο με ένα σωρό παράσημα ανδρείας, συνοδευόμενος από δυο στρατιώτες, ζήτησε να της μιλήσει. Από τη μισάνοιχτη πόρτα μια ριπή παγωμένου αέρα όρμησε μέσα και της ράπισε το πρόσωπο. Πισωπάτησε τρομαγμένη θέλοντας να προφυλαχτεί… Την έβαλε να καθίσει και της το ανακοίνωσε με μεγαλοπρέπεια: «Έπεσε για την Πατρίδα,» της είπε, και δεν πρέπει να λυπάται. Μόλις είχαν φτάσει στα ανατολικά της πόλης Μπαχμούτ, όπου μαίνονταν ήδη σφοδρές μάχες και, κατά κακή του τύχη, μια οβίδα εξερράγη δίπλα του με αποτέλεσμα να χάσει το δεξί του χέρι από τη ρίζα. Νοσηλεύτηκε κάμποσες μέρες, αλλά η ακατάσχετη αιμορραγία τον κατέβαλε.

Αφού της παρέδωσε τα προσωπικά αντικείμενα του Εβγκένι, τη διαβεβαίωσε πως «η πατρίδα, για την οποία ο στρατιώτης πρόσφερε τη ζωή του, θα του αποδώσει το σεβασμό και την τιμή που του αναλογεί». Έκανε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε. Φάνηκε να ψαχουλεύει κάτι μέσα στην τσέπη του στρατιωτικού του χιτωνίου, αλλά όταν συνειδητοποίησε την παρουσία των δυο στρατιωτών που στέκονταν ακίνητοι στην πόρτα το μετάνιωσε. Τους έριξε μια ματιά και τους διέταξε να φύγουν. Με μια γρήγορη κίνηση έσυρε αποφασιστικά μια καρέκλα προς το μέρος της γυναίκας και κάθισε δίπλα της. Τον είδε να γέρνει προς το μέρος της σα να ήθελε να της εκμυστηρευτεί κάποιο σημαντικό μυστικό.

«Επιτρέψτε μου να ασπαστώ τα χέρια μιας αυθεντικής Ρωσίδας μάνας» είπε με απρόσμενη γλυκύτητα στη φωνή του. «Γνώρισα το γιό σας και κάναμε πολλές συζητήσεις μαζί. Εντυπωσιάστηκα με το ήθος και την ωριμότητα της σκέψης του. Τα λόγια του αντανακλούσαν βαθιά αγάπη για τούτη τη χώρα, όχι μόνο για τους συμπατριώτες μας, αλλά και για τ’ αδέρφια μας που τα ονομάσαμε εχθρούς. Πίστευε ότι είναι καλύτερα να υφιστάμεθα το κακό, παρά να το προκαλούμε. Πώς είναι δυνατόν, με ρωτούσε, να ονομάζουμε ήρωα αυτόν που σκοτώνει αθώους ανθρώπους; αυτόν που τσακίζει τους αδύνατους; Αυτόν που παρασύρεται από τη μέθη της δύναμης και τη ρητορεία του μίσους;»

Σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε σα να μιλούσε στον εαυτό του: «Πόσο δίκιο είχε! Ο πόλεμος σου στερεί το δικαίωμα να σκέφτεσαι, το δικαίωμα να υπάρχεις. Η χώρα μας θυσιάζει το ένα μετά το άλλο, κύματα στρατιωτών, σε μια άνευ νοήματος επίθεση». Η φωνή του ράγισε. Ήταν φανερό πως ο άνθρωπος πάλευε με τα δικά του τέρατα εκείνη τη στιγμή, με τις δικές του αμφιβολίες…

Σηκώθηκε και έβγαλε από την τσέπη του ένα κακοπαθημένο φάκελο. «Από τον Εβγκένι» της είπε, «μου το εμπιστεύτηκε. Δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια κανενός, βλέπετε, ένα τέτοια γράμμα…» Η Γελένα το άρπαξε με λαχτάρα και το φίλησε κάμποσες φορές. Όταν έμεινε μόνη έσφιξε για ώρα το πολύτιμο γράμμα στο στήθος της λικνίζοντάς το ρυθμικά σα να το νανούριζε. Τα πρησμένα μάτια της τη δυσκόλεψαν να δει καθαρά, αλλά όταν τα κατάφερε διάβασε:

 

«ολότελα δε θα πεθάνω μάνα,

το πνεύμα μου τη σήψη θα διαφύγει,

γιατί στον άκαρδο αιώνα μας τη λευτεριά υμνούσα

και έλεος για τους αμαρτωλούς ζητούσα».

 

«Δε λερώθηκες αγόρι μου, δε λερώθηκες!» ήχησε η φωνή της σα θρόισμα φύλλου στον άνεμο και αφέθηκε σ’ ένα ασυγκράτητο, γοερό κλάμα. Μουσκεύοντάς το χαρτί με τα δάκρυα του αγιάτρευτου μητρικού πόνου έπιασε το βιβλίο με τα «Άπαντα του Αλεξάντρ Πούσκιν» και ανοίγοντάς το στο ποίημα «Μνημείο» το ακούμπησε απαλά σ’ εκείνη τη σελίδα, σα φυλαχτό, σαν άγιο μύρο, που ήταν σίγουρη πως δε θα ’χανε ποτέ το αιθέριο άρωμά του.

 

Αναδημοσίευση από https://www.fractalart.gr/parasimo-andreias/

* Η Γρηγορία Γρηγορίου Αντωναράκη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στην Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Μετά το πέρας των σπουδών της εργάστηκε ως δασκάλα σε δημοτικά σχολεία της Αττικής. Έζησε επί δωδεκαετία με το σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά της στη Βαλτιμόρη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής όπου συνέχισε τις σπουδές της στο «Towson University», φοιτώντας στο Παιδαγωγικό τμήμα της Δημοτικής Εκπαίδευσης και στην Αμερικάνικη Λογοτεχνία. Παράλληλα, δίδαξε ελληνικά στα Κοινωτικά Σχολεία του Μέρυλαντ.

Από το 1992 η οικογένειά της μετώκησε στη Γενεύη όπου συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα. Εργάστηκε στο πρόγραμμα «International Baccalaureate» στο International School of Geneva. Για περισσότερο από δυο δεκαετίες συμμετέχει ενεργά στο Λογοτεχνικό Κύκλο Βιβλιοφίλων Γενεύης καθώς και στο Θέατρο Ελλήνων Γενεύης.

 

 

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.