Φρέσκα

ΤΟΥ ΓΚΙΟΝΗ Ο ΓΑΜΟΣ

Διήγημα του Ευτύχιου Δράμη

 

    Λίγο πολύ όλοι στο χωριό πίστευαν πως τα τσιμπούσια πετυχαίνουν το σκοπό τους, αν βοηθήσουν και οι μύγες. Για αυτό, οι καλεσμένοι στο γαμήλιο τραπέζι του Γκιόνη, τις πρόσμεναν με αγωνία. Και οι ώρες περνούσαν. Όλοι αρχίζαν να βαριούνται. Πήγε αργά και οι μύγες ακόμα να φανούν, ενώ έπρεπε να είχαν ξεκινήσει με τις πρώτες επιδείξεις.         

«Αγαπητοί καλεσμένοι, οι μύγες είναι καθοδόν. Θωρείτε πως έφτασαν. Ας προχωρήσουμε το γλέντι μας», ακούστηκε κάποιος να ενθαρρύνει τους παρευρισκόμενους. Ήταν ο οικοδεσπότης, καθώς μιλούσε έβαλε τα χέρια σαν μαξιλάρι, να αναπαραστήσει κάποιον που κοιμάται ανέμελα. Φαίνεται ήθελε να δείξει, να τον πιστέψουν με κλειστά τα μάτια. Ύστερα κάθισε. Ο λόγος του ήταν γάργαρος, ζεστός, αν και οι καλεσμένοι έμειναν με το ενδοιασμό τους.

       Έτσι άρχισε εκείνο το ανεπανάληπτο γλέντι, που θα σας το περιγράψω όσο καλύτερα μπορώ. 

       Όλοι σηκώθηκαν από τελάρα, καφάσια και από κάθε άλλο είχαν καθίσει, να ευχηθούν «Βίων ανθόσπαρτων» στους νεόνυμφους. Ακούστηκαν τσουγκρίσματα γυάλινων αντικειμένων. Όχι ακριβώς ήχοι ρακοπότηρων. Δυο καλεσμένοι σε κολλητά τελάρα, αγκαλιάστηκαν προκλητικά σφιχτά, εκδηλώνοντας την αβεβαιότητα, για το πετυχημένο τέλος. Σαν να έλεγαν, είμαστε εμείς και εσείς. Θα είχαν δακρύσει κιόλας στην μεγάλη τους συγκίνηση, μα ακούστηκε ξανά η ίδια φωνή, ακόμη πιο πειστική και όλοι σιώπησαν.   

     «Έτσι σας θέλω. Ας μη χάσουμε την ευδιαθεσία μας. Οι μύγες βρίσκονται πολύ κοντά. Δεν θα χαλάσουμε την βραδιά μας για δαύτες. Ανοίξτε τις ψυχές σας, βάλτε στο τραπέζι τις καρδίες σας και γλεντήστε στο τέρμα.»  

    Εφόσον οι μύγες δεν ήταν παρούσα, οι καλεσμένοι δικαίως δοκιμάζονταν από ευνόητα διλήμματα. Στέκοντας ασάλευτοι με χέρια σταυρωμένα. Έτσι θα έπλητταν γρήγορα. Γίνετε να γιορτάζεις και να κάθεσαι σαν μαμούχαλος; Κάτι έπρεπε να κάνουν με τα χέρια τους, ενώ τριγύρω δεν φαινόταν ούτε μια μύγα. Όμορφα και ενθαρρυντικά τα λόγια του οικοδεσπότη, μα αυτό και μόνο δεν αρκούσε να κυλίσει ευχάριστα μια ολόκληρη βραδιά.

        Γιατί αργούν, άραγε; Λιγομίλητοι και οκνηροί προσκαλεσμένοι, ίσων βαρεμάρα. Διότι στο γάμο δεν πας να τρως, πρέπει κάτι να πεις, κάτι να κάνεις, αν και τα θέματα που μπορούσες να συζητήσεις ήταν αυστηρά περιορισμένα. Κάθε άλλη κοτσάνα σε έστελνε φισέκι στην φιλάκι. 

        Ο χώρος που είχε στρωθεί το γαμήλιο τραπέζι ήταν ένα στενό πέρασμα, μεταξύ δυο παλιών οικημάτων και φωτιζόταν από έξι λάμπες πιασμένες στο ίδιο σύρμα όπου κρέμονταν διαδοχικά επτά-οκτώ νεροκολόκυθα. Όχι όλα ίδια. Υπήρχε η βιολογική κατάταξη ως προς το μέγεθος. Οι λάμπες ανάμεσα στα μεγάλα ζαρζαβατικά, ίσα που κοκκίνιζαν, σαν να ντρέπονταν για το μικρό τους μέγεθος, καθώς όλα επάνω στο σύρμα ταλαντεύονταν αργά στο φθινοπωρινό αεράκι, λες και σκόπευαν να μας υπνωτίσουν. Συναρπαστικό σκηνικό και συνάμα επικίνδυνο. Πως να αισθάνεσαι χαλαρός κάτω από τις μεγάλες νεροκολοκύθες; Χρειαζόσουν τόλμη αν όχι τρέλα.

     Καθώς κοιτούσα χαμένος τα κρεμαστά ζαρζαβατικά, ανακάλυψα πως η κίτρινη τους απόχρωση έδινε μια ταπεινή νότα στο φωτισμό του χώρου. Οι λάμπες ανάμεσα στα κολοκύθια έδειχναν τόσο μικρά και ο φθόνος τους μεγάλο.

      Το ζεστό αεράκι όρμησε ξαφνικά από παντού, ο στενός χώρος έγινε αποπνικτικός.  «Μα γιατί αργούν να έρθουν;» ρώτησε στην πλήξη κάποιος και τσούγκρισε το μπουκαλάκι του με τον διπλανό.

    «Στην υγειά των νεονύμφων», αντευχήθηκε ο άλλος, καθώς οι νεροκολοκύθες επάνω στο σύρμα λικνίζονταν ήρεμα, ρυθμικά, δίχως να κρύψουν την υπεροχή τους στα άλλα ζαρζαβατικά του κήπου.  

      Φαινομενικά η βραδιά κυλούσε ήσυχα. Η νύφη παρακολουθούσε με κοριτσίστικη αμηχανία. Ίσως συλλογιζόταν τις ξέγνοιαστες μέρες, που έγιναν πλέον παρελθόν. Διότι από σήμερα έπρεπε να σκέφτεται το μέλλον. Να κοιτάξει τον άντρα της και το νέο της σπίτι, που θα το γέμιζε με κουτσούβελα.      

     «Γιατί άραγε αργούν; Πλήττουμε», ψιθύρισε πάλι ανήσυχος ο απέναντι. 

   Ανούσια και αδικαιολόγητη η καθυστέρησή τους. Λες και δεν ήξεραν το ρόλο τους στα τραπεζώματα. Σε προηγούμενες δεξιώσεις τις είχαμε βρει μπροστά, επάνω στα πιάτα να χορεύουν. Σήμερα τι έχουν βάλει στο νου; Γιατί καθυστερούν και δεν απασχολήσουν τους παρευρισκόμενους; Πως να απαλλαχτούν τα άδεια τους κορμιά την βαρεμάρα;

     Όλοι διατύπωναν ξανά και ξανά τα ίδια ερωτήματα, και έπιναν το δυνατό ρακί με μπουκαλάκια. Εκείνοι ποτέ δεν είχαν γιορτάζει με ρακοπότηρα. Που να βρεθούν τόσα ποτηράκια; Όλοι δάνειζαν άδεια μπουκάλια αναψυκτικών από το δημόσιο καφενείο. Την άλλη μέρα επέστρεφαν τα μπουκαλάκια. Αν κανένα μπουκάλι έσπαγε, το αποζημίωναν εκείνη την ώρα. Γενικά δεν υπήρχαν ζημίες. Όλοι έδειχναν συγκρατημένοι στο πιοτό, στη χαρά και κυρίως στις ιστορίες τους. Δεν ήταν φρόνιμο να υπερβείς το όριο.  

     Έτσι λοιπόν, όταν το γλέντι πήγε να ανάψει, τα μπουκαλάκια στέγνωσαν από τα διψασμένα λαρύγγια των καλεσμένων.  Τότε όλοι χέρι με χέρι μεταβίβαζαν ως την μεγάλη νταμιτζάνα τα μπουκαλάκια να ξαναγεμίζονται, και πάλι χέρι με χέρι επέστρεφαν στους ιδίους. Σε αυτό το διασκεδαστικό πάρε-δώσε, ένα μπουκάλι καλά πασπαλισμένο από λαδωμένα χέρια, ανέκοψε μπροστά μου. Γλοιώδες, με τις γραμμώσεις πλαγίως σαν αρχαίος κίονας, ανάμεσα σε κόκκαλα, ελιοκούκουτσα και κρεμιδόφλουδες. Προκαλούσε θαυμασμό. Θαρρείς πως έβλεπες την αναπαράσταση αρχαίου σφαγείου. 

       Όπως και να έχει, εκείνο το μπουκαλάκι θα ήταν η παρέα μου ως το τέλος. Μαζί θα οδεύαμε σε λημέρια ευτυχίας. Πολλά και διφορούμενα μονοπάτια της έγνοιας είχε να μου υποδείξει. Θα με παράσερνε σε ζάλη, να μην κοιτώ μόνο τα άστρα και την νύφη του Γκιόνη, στο χειροποίητο της νυφικό, αλλά και το υποσυνείδητο. 

      Και ήταν η ώρα που οι καλεσμένοι βγάζουν από το στόμα τα τζοβαΐρια τους. Παρομοιώσεις, ανέκδοτά, γρίφοι χύνονται στα τραπέζια και όλοι διασκεδάζουν στην απουσία των μυγών. 

      Τα άδεια πιάτα στο αχνό φως, μικρές πίστες του καλλιτεχνικού πατινάζ, πρόσμεναν τις αθλήτριες.  

     «Γιατί άραγε καθυστερούν; Κανονικά τώρα θα έδειχναν το ταλέντο τους. Σε προηγούμενες δεξιώσεις πατίναραν στα πιάτα χαρούμενες, αν και κάποιες φορές το πάθος για τις πιρουέτες, το πλήρωσαν με τη ζωή τους.»

    «Αυτό γίνετε παντού. Ο πρωτογονισμός απαιτεί θυσίες», είχε καλαμπουρίσει ο γέρος Ντάνις, προκαλώντας πληθώρα σχόλια. Κάποιοι γέλασαν και όσο συχνότερα συνέβαινε αυτό, άλλη τόση ικανοποίηση γέμιζε τον οικοδεσπότη. Έτσι το γλέντι του έπαιρνε νόημα, άγγιζε το σκοπό του, την διασκέδαση.

     Άλλοτε, διασκέδαζαν από νωρίς με τις μύγες να ανεβοκατεβαίνουν από τα πιρούνια στα πιάτα, να περνούν επιδέξια κάτω από τα τοξωτά γεφύρια των κρεμμυδόφλουδων, να μπαίνουν και στα μπουκαλάκια με τη ρακί. Είχε πλάκα το κυνηγητό μαζί τους. Ενώ η απουσία στραγγάλιζε και το μικρό σάρκινο λόγο.   

    Οι διάλογοι ήταν λίγοι και επιφυλακτικοί. Λέξεις και οδοντογλυφίδες κρέμονταν στα χείλη των καλεσμένων, σαν το αγκίστρι στα χείλη του ροφού. Τελείωσαν τα φαγητά, και όσοι έφεραν μαζί τούς σουγιάδες, τα ακουμπούσαν επάνω στο τραπέζι. Θα ακολουθούσε ο διαγωνισμός δημιουργίας επάνω στις καρπουζοφλούδες να περάσει η ώρα δημιουργικά. Σκάλιζαν αργά τα αρχικά των ονομάτων τους, έφτιαχναν καρδούλες, μαργαρίτες, καθώς και πρόσωπα σκύλων. Ένας τόλμησε και σκάλισε μια τεράστια μύγα. Τον χειροκρότησαν όλοι. Τον είπαν, Λεονάρντο ντα Βίντσι του χωριού. Απόσπασε το τίτλο «Ο σκεπτόμενος της βραδιάς». Διότι κατάφερε και αναπαράστησε την μεγάλη απόν της βραδιάς. Την πολυσήμαντη μύγα.  Κάποιοι τον κράξανε, κατάκριναν το έργο του, ως αποπλανητικό. Αλλά ευτυχώς ο διαπληκτισμός γύρω από την τέχνη του, έληξε ήρεμα. Οι μισοί δήλωσαν πως θα έβαζαν στα σπίτια τους ένα κάδρο με μύγα. Οι άλλοι μισοί όχι, είπαν ότι δεν θα έβαζαν ποτέ. Κι όμως βιάστηκαν να κρίνουν το μέγεθος της δημιουργίας του, διότι κάθε μύγα κουβαλάει την ιστορία της. Έχει τη μικρή κοσμοθεωρία της.   

     Έτσι, με τούτα και κείνα πέρασε το μεσονύχτι και το δροσερό αεράκι μας περίβαλε αθόρυβα. Οι καλαμωτές της σκιάσεις επάνω  στην τέντα, σηκωνόντουσαν και έπεφταν μαλακά, σαν θαλάσσια κύματα του Οκτώβρη. Η μυρουδιά των αποφαγιών σκορπίστηκε στην ασέληνη νύχτα. Εκείνη η οσμή ήταν και η τελευταία τους ελπίδα να εντοπιστούν από τις μύγες.  

     Τότε ακούστηκε μια φωνή, «Σηκωθείτε φίλοι. Ήρθε η ώρα να αποχωρήσουμε.» Δεν αναφέρθηκε στην μεγάλη απούσα, και με το δίκιο του ο άνθρωπος. Διότι κάθε άλλη προσμονή θα ήταν μάταια. Μια ανούσια προσπάθεια να ξεγελάσεις τον εαυτό σου. Οι πρώτοι σηκώθηκαν ήσυχα και αφού έκαναν μερικά βήματα, ξαφνικά αισθάνθηκαν πολύ άδειοι, λες και ήταν φτιαγμένοι από χαρτί. Ήταν βέβαιο ότι γρήγορα θα τους παρέσερνε το αεράκι.

           «Μα τι διάολο μας συμβαίνει; Ήπιαμε τόσο πολύ και δεν το πήραμε χαμπάρι;» Κούνησαν πόδια χέρια ανήσυχοι για το μηδαμινό τους βάρος, καθώς παρατήρησαν πως έτσι ανεβαίνουν πιο γρήγορα.

Προσπάθησαν απελπισμένα να κρατηθούν από κάπου, μα ήταν μάταια προσπάθεια. Τελικά κατέληξαν να αιωρούνται πανικοβλημένοι. Οι υπόλοιποι κοιτούσαν από κάτω, σαστισμένοι. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Έβλεπαν κάτι το ασύλληπτο για τον ανθρώπινο νου.    

    «θεέ μου, πως τα κατάφεραν έτσι;» αναρωτήθηκε τρομοκρατημένη μια γυναίκα δίπλα μου και έσκυψε το κεφάλι να μη δει. Της ήταν αδιανόητο να δεχτεί πως ο διπλανός της, μόλις πέταξε. Πολύ φοβισμένη άρχισε να ψάχνει το σώμα της, μπας και βρει κρυμμένα πτερύγια. Ήταν πολύ αναστατωμένη, καθώς ψαχνόταν μουρμούρισε. «Πού ξέρεις τι σου επιφυλάσσει η μοίρα; Όλα να τα περιμένεις σήμερα.»

     Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι γύρο της. Ψαχούλευε ο ένας τον άλλον για τυχόν κρυμμένα φτερά. Κανένας δεν ήταν προετοιμασμένος να πετάξει. 

     Έκπληκτος σε αυτό το κωμικοτραγικό θέαμα, έτριψα τα μάτια να καθαρίζει το τοπίο. Τίποτα δεν κατάφερα, αντίθετος, τα είδα όλα πιο θαμπά.

     «Σίγουρα έχω μεθύσει» σκέφτηκα αδύναμος να δώσω άλλη εξήγηση σαυτό που συνέβαινε. Και όχι μόνο εγώ, όλοι είχαν πετρώσει σαν το πήλινο στρατό του αυτοκράτορα Τσιν. Κοιτούσαν ψηλά αποσβολωμένοι. Όποιος βιαζόταν να φύγει, πετούσε άνευ αμφιβολίας. Ήταν τραγικό να μη αποτρέψεις τον διπλανό σου, να αιωρείται σαν μύγα. Πλέον τα χέρια τους ήταν ανύπαρκτα να πιαστούν από κάπου. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν εκείνοι που πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας, ξεκίνησαν κιόλας να φτύνουν. «Κορόιδα, γελοίοι», φώναζαν και χαχάνιζαν σαν ξεδιάντροποι μες στη νύχτα.    

    Όντως, η απελπισία καθήλωσε τους πάντες. Έτρεμαν τα κοντά τους ποδάρια, κάτω από το φόβο του πετάγματος. Κι εγώ φοβήθηκα, διότι ήταν αποτροπιαστικό να με δω εκεί πάνω, στο κενό. Αιρούμενος, άστατος και ανάλαφρος. Ταπεινωτική κατάσταση με απρόβλεπτες συνέπειες.    

     Αλλά πού να γλιτώσει κανείς από κείνο το κακό χαμό. Όλοι είχαν πιαστεί από κάπου να μην αιωρούνται και είχαν κλείσει κάθε πέρασμα. Δίχως να χαιρετήσω, σηκώθηκα βιαστικά να την κάνω, να σωθώ όσο ήταν ακόμη νωρίς. Ξαφνικά ένιωσα τόσο ελαφρύς, σαν με ωθούσε ψηλά γερανογέφυρα. Ύστερα, τα πόδια μου πλάγιασαν όπως των ποδηλατιστών που κατηφορίζουν με ταχύτητα και τις αφήνουν ελεύτερα να ξεμουδιάσουν. Φοβισμένος μην πέσω, άνοιξα τα χέρια. Μη ξέροντας πώς και από πού να πιαστώ, τα κούνησα. Από το σοκ μου έβαλα παραπάνω δύναμη και τότε είδα πως πετούσα.

     «Ωχ, Παναγία μου. Και εμένα θα σηκώσεις στον αέρα;» απευθύνθηκα στο πουθενά τρομοκρατημένος, καθώς όλα συνέβησαν αβίαστα, εντελώς φυσιολογικά. Σε λίγο είδα ότι έγινα μέλος ενός χαρούμενου σμήνους, που είχε πολλά να επιδείξει. Ίσως περισσότερα από όσα θα επιδείχνανε οι μύγες στα πιάτα. 

     Αφού φέραμε κάποιες βόλτες όλοι μαζί στον αέρα, στάθηκα για μια στιγμή απάνω στην μεγάλη νεροκολοκύθα. «Τώρα πέσε. Γιατί το καθυστερείς;» φώναξα με μεταλλαγμένη φωνή, ενώ η νεροκολοκύθα λικνιζόταν στον ίδιο της αργό ρυθμό. Μόνο η νύφη του Γκιόνη με είδε από κάτω που έσπρωχνα με τα λεπτά μου ποδαράκια τη νεροκολοκύθα και μου χαμογέλασε στα κρυφά.

     Εκείνη ακόμη δεν ήταν μύγα και επιθύμησα πολύ να καμαρώσω το κορμί της. Μου έκλεισε το ένα μάτι, σαν να χαιρόταν για το πέταγμα μου. Τελικά ανήμπορος να της κλείσω κι εγώ το μάτι, αφού δεν είχα πια βλέφαρα, αφέθηκα στο κενό.  Έτσι, αιωρούμενος έφτασα στο σπίτι μου. Πολύ ζαλισμένος. Δεν θυμόμουν τίποτα. Ούτε καν την δεξίωση, ούτε και το κλείσιμο του ματιού της νύφης. Προπαντός δεν θυμόμουν αν κατάφερα να ρίξω κάτω τη μεγάλη νεροκολοκύθα.      

    Συνήλθα το επόμενο πρωί από φωνές περαστικών που εισέβαλαν στο δωμάτιό μου, από το ανοικτό παράθυρο. Μιλούσαν αναστατωμένοι, ότι η μεγάλη νεροκολοκύθα στο σπίτι του γαμπρού, δεν κρέμονταν στο σύρμα. Προφανώς την πήρε κάποιος που πέταξε. Έτσι είπε.

    «Κατάλαβες φίλε, κάλεσε κόσμο σε γλέντι, να καταλήξει μύγες», μουρμούρισε κάποιος υπονοώντας πως το μεγάλο ζαρζαβατικό το έκλεψε κάποιος που πέταξε. Ένας από μας δηλαδή. 

    «Και γιατί να το κάνει;» ρώτησε ο άλλος της εξοργισμένης παρέας.

   « Μα είναι απλό. Να το βλέπει και να ονειρεύεται την ημέρα που θα τον ξανακαλέσουν σε γαμήλιο τραπέζι.»

 

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.