Ιστορία οι παρέες
της Γεωργίας Τάτση
Αναδημοσίευση από το THE BOOKS JOURNAL ΤΕΥΧΟΣ 173
❀❀❀❀❀❀❀
Τελειώνοντας την ανάγνωση και κλείνοντας το βιβλίο με τα κείμενα των Imaginistes «Το Μπραχάμι αλλιώς – Ιστορίες από τους IMAGINISTES Εκδόσεις Ευώνυμος 2025, σκέφτομαι πως η μνήμη είναι η μοναδική πατρίδα που έχει ο άνθρωπος, αυτή στην οποία διαρκώς επιστρέφει, η μόνη αληθινή του ιδιοκτησία, το καταφύγιό του.
Αλλά ποιοι είναι πραγματικά οι Imaginistes ( προφανώς εκ του Imagine, Τζον Λένον στη διαπασών) και τι σχέση έχουν με το Μπραχάμι (η παλιά ονομασία του σημερινού Αγίου Δημητρίου);
Οι Imaginistes ήταν μια παρέα της δεκαετίας του 60, ανήσυχοι μαθητές απ’ το Μπραχάμι συνδεδεμένοι με τον τόπο τους, τους δρόμους του, τα μαγαζιά, τους γείτονες, τις ταβέρνες, ιδίως με την ταβέρνα «το Ρεμπούτσικο», κάτι περίεργοι τύποι, που φλυαρούσαν ακατάσχετα και ανέβαζαν τους τόνους, όταν διαφωνούσαν για τον τρόπο που θα περάσουμε στην αταξική κοινωνία…. Ερχόντουσαν στην αρχή δυο άτομα και μπορεί να καταλήγανε οκτώ και δέκα… λέει ο Μιχάλης Δήμας, ο αδελφός του ιδιοκτήτη της ταβέρνας που προστέθηκε στην παρέα όπως και πολλοί άλλοι, αργότερα, με τα χρόνια.
Δεν ξέρω πόσοι είναι σήμερα αυτοί οι περίεργοι τύποι, ξέρω όμως πως 70 Μπραχαμιώτες και φίλοι τους έγραψαν και εξέδωσαν το βιβλίο για το οποίο σας μιλώ.

Το βιβλίο σέρνει πίσω του παλιά βενζινάδικα με «Ζεστά ποτά», τα «ΖΕΣΤΑ ΠΟΤΑ» των Κατσιμιχαίων που φωτογραφήθηκαν για το εξώφυλλο του δίσκου τους μπροστά στην παλιά ΒΡ, δίπλα στον αυτόματο πωλητή με τα ζεστά ροφήματα.
Φέρνει μέσα του τις μουσικές τους σε κείμενα αλλά και άλλες μουσικές: «Αυτή η τραγουδάρα που δεν έχει μόνο θανατηφόρα λόγια και μελωδία με ρίζες βυζαντινές, αυτό το ιδιοφυές κράμα μηδενισμού και χαρμολύπης που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή και το θάνατο, που δεν έχει καμία σχέση με το Εμείς, αλλά με το τραγικό “I and I” του Ντύλαν…… Άκης Πάνου και Στελάρας (και όλοι εμείς) που τους λατρεύουμε» γράφει ο Χάρης Κατσιμίχας.
Φέρνει μέσα του το μινόρε που είχε αφιερώσει ο Γιώργος Σταυρούλιας στον Στράτο Φαναρά κι εκείνος με τα χρόνια το ξέχασε όπως ομολογεί: «Του λέω, “ρε Γιώργο ποιο ήταν; Το όταν γλυκοχαράζει ήταν; Εκείνο το πρωί που για πρώτη φορά στη ζωή μας είδαμε την Αμοργό…έχω μπερδευτεί γιατί θυμάμαι πως μου είχες πει πως ήταν μινόρε αλλά ποιο;” Κι ο Γιώργος μου απαντάει: αφού σου έχω πει να είσαι μορφωμένο παιδί, τι γλυκοχαράζει και παπαριές; Το μινόρε του Στράτου ήταν αυτό, το “Μόνο μια ώρα χαίρομαι ρε Παν…” Να πάρε την κασέτα να το ακούσεις… Δεν ήθελα να τον ρωτήσω πως περνάει εκεί που βρίσκεται… Αλλά δεν άντεξα να μη του πω και τίποτα… Βιάστηκες ρε Γιώργο του λέω…γιατί;»
Φέρνει ιστορίες: «Γύρισε από την Γυάρο τον Ιούλιο. Πολύ πιο αδύνατος απ’ όσο έφυγε, πολύ πιο μαυρισμένος. Ανέβηκε τη σκονισμένη ανηφόρα απ’ την πλατεία στο σπίτι με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, απ’ αυτές που ήταν φτιαγμένες από σκληρό χαρτόνι και ντυμένες με καρό ύφασμα σαν σκωτσέζικη φούστα…» γράφει ο Χρίστος Σαπρίκης.
Φέρνει γειτονιές: «Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, το Μπραχάμι δεν είχε Γυμνάσιο. Όσοι θέλανε (και μπορούσαν) να συνεχίσουν πέρα από το Δημοτικό, έπρεπε να πάνε στο Γυμνάσιο της Δάφνης. Τελικά, ένα σπίτι πίσω από τον φούρνο του Μαλτέζου, έγινε γυμνάσιο, επαναπατρίστηκαν από τη Δάφνη οι μαθητές και άρχισαν οι νέοι στο “Γυμνάσιο Αγίου Δημητρίου”, εκεί πίσω από τον φούρνο, με τις μυρωδιές που έσπαγαν μύτες το καλοκαίρι με τα ανοιχτά παράθυρα, και την υγρασία να τρέχει καταρράκτης στους τοίχους τον χειμώνα…» γράφει ο Δημήτρης Οικονόμου (Φευγάτος).
«Η κυρία Βασιλική ήταν από τους πρώτους κατοίκους της περιοχής, που έδωσε αντιπαροχή το οικόπεδό της, με μια μόνο προϋπόθεση: να μην καταστραφεί ο φοίνικας της αυλής. Τον μεταφύτεψαν μπροστά απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας που χτίστηκε, σημείο αναφοράς ότι εκεί έμενε μια σπουδαία κυρία κάποτε…» προσθέτει η Αλκυόνη.
Φέρνει έρωτες: «Σπάνια την έβλεπε. Μια – δυο φορές το μήνα, στην καλύτερη τρεις, αλλά αυτός την περίμενε κάθε μέρα. Υπήρχαν μέρες που η επιθυμία του να τη δει ήταν τέτοια, που κοιτούσε συνεχώς τις ανοιγόμενες πόρτες του καταστήματος. Άλλες μέρες, αν τύχαινε να έχει πολλές ώρες δουλειά στο γραφείο ή την αποθήκη, και σκεφτόταν ότι μπορεί να ήρθε και να μην την είδε, αρρώσταινε. Του είχε γίνει εμμονή. Ο Χαράλαμπος ήταν ο διευθυντής του supper market. Πενήντα δύο ετών, παντρεμένος με δύο κόρες. Συνεπής πατέρας, σύζυγος και εργαζόμενος. Ούτε το κατάλαβε πως του συνέβη αυτό.» γράφει η Αλεξάνδρα Λαμπροπούλου.
Φέρνει ποιήματα όπως αυτό της Ελένης Αποστολοπούλου: «Δεν πήγε η ζωή μου όπως την ήθελα/ ούτε με ρώτησε σε ποια στροφή θέλω να στρίψω/ σ’ ένα δωμάτιο μοναξιάς κλειδώθηκα/ ένα τσιγάρο να τ’ ανάψω, να το σβήσω…» κι όπως εκείνο του Κώστα Δήμα: «Πάντα ήθελες/ να ξεγυμνώνεσαι/ μπροστά στους άλλους/ ήθελες να δείχνεις τις ουλές σου/ Να, αυτή είναι από ένα παλιό έρωτα/ αυτή από μια διαδήλωση/ αυτή από ένα τροχαίο/ κι αυτή από ένα τσαμπουκά/ Κάθε επίδειξη διανθισμένη/ κι από μια ιστορία/ Μα για αυτή που καμάρωνες πιο πολύ/ ήταν μια χαρακιά στο κάτω χείλι/ λίγο πιο πάνω από το λακκάκι του πηγουνιού/ Ήταν έλεγες απ’ το πρώτο σου το ξύρισμα …»
Φέρνει κείμενα πολλών -πολλά-, εδώ μόνο ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένα.
Το σπουδαιότερο όλων όμως, το σπάνιο και πολύτιμο ορυκτό αυτού του βιβλίου, είναι κατά τη γνώμη μου η βαθιά επιθυμία των συγγραφέων του για την κοινότητα. Όχι με την έννοια της νοσταλγίας, δεν εννοώ την επιστροφή σε έναν χαμένο παράδεισο (κανένας παράδεισος δεν υπήρξε ποτέ, ούτε κερδισμένος ούτε χαμένος, δεδηλωμένο αυτό εξ αρχής με το Imaginistes), εννοώ την επιθυμία της ζωής με τον άλλον στο πλαίσιο ενός κοινού νοήματος, εννοώ την υπαρξιακή ανάγκη της κοινότητας· αυτό δηλαδή που λέει με άλλα λόγια ο Διονύσης Σαββόπουλος:
Ας κρατήσουν οι χοροί
και θα βρούμε αλλιώτικα
στέκια επαρχιώτικα βρε
ώσπου η σύναξις αυτή
σαν χωριό αυτόνομο να ξεδιπλωθεί
Μέχρι τα ουράνια σώματα
με πομπούς και με κεραίες
φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα
κι ιστορίες οι παρέες.
Η Γεωργία Τάτση είναι συγγραφέας. Τα βιβλία της «Χορός στα ποτήρια», «Γάμπαρη Αμβρακικού» και «Πίσω από τον ήχο του νερού» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Χρίστος Σαπρίκης – Φωτογραφίζοντας στο Μπραχάμι
Σχολιάστε